MONTHLY REVIEW
ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ
Ανεξάρτητο Σοσιαλιστικό Περιοδικό
Ταυτότητα  >
Επικοινωνία  >
>
αναλυτική αναζήτηση
Περιοδικό >
Εκδόσεις >
Αναλύσεις και εξελίξεις >
»Αρχείο αναλύσεων
»Αρχείο επιλογών από το διαδίκτυο
Νέα του MR >
Σύνδεσμοι >
Θεματικό ευρετήριο >
Το δίκτυο του MR:
Αποστολή σε φίλο  Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση  Εκτύπωση
Σελίδες (2): Πρώτη << [1] 2 >> Τελευταία
Οι συνεταιριστικές μορφές συνεργασίας και οι συνθήκες ανάδυσής τους – Μέρος Β’

των ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΕΛΕΤΗ & ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ
(28/09/2006)

Οι σχέσεις παραγωγής των εθνικών γαιών

Η βασική παραγωγική σχέση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν αυτή τη διπλής ιδιοκτησίας. Το κράτος ήταν ο συλλογικός ιδιοκτήτη της γης και οι αγρότες οι κάτοχοι. Η σχέση αυτή καθόριζε την υποχρέωση των δεύτερων να δίδουν ένα μέρος της παραγωγής τους στο πρώτο.

Με την επικράτηση της ελληνικής επανάστασης του 1821 η γη που αποτελούσε ιδιοκτησία του οθωμανικού κράτους μεταβιβάστηκε, με βάση το δίκαιο του πολέμου, στο ελληνικό κράτος, το οποίο περιελάμβανε την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και την Εύβοια. Το ελληνικό κράτος έγινε ένας ιδιόμορφος ιδιοκτήτης της γης και η τελευταία πήρε το όνομα «εθνικές γαίες». Για να γίνει κατανοητή η τελευταία πρόταση, θα πρέπει να προσδιορίσουμε τις ανθρωπο-κοινωνικές σχέσεις (Χαραλάμπους 2001) που διαμορφώθηκαν στο πεδίο των τελευταίων.

Από τη μια μεριά, το ελληνικό κράτος, ως ιδιοκτήτης των «εθνικών γαιών» με την αστική έννοια του όρου, αποκτούσε το δικαίωμα να τις «πουλήσει ή να τις υποθηκεύσει κ.λπ… Πράγματι, η Επαναστατική Κυβέρνηση του 1822 καθόρισε τη γη ως εθνική ιδιοκτησία για να την υποθηκεύσει στη συνέχεια προς όφελος των διεθνών δανειστών της (Μηλιός 1988, σελ. 201-202). Από την άλλη, «οι καλλιεργητές των “εθνικών γαιών” εκτός από την επιβάρυνση του 15% που όφειλαν να καταβάλλουν για την επικαρπία, δεν διέφεραν από τους ιδιοκτήτες με πλήρη κυριότητα επί των εδαφών, εφόσον τα δικαιώματα τους επί της γης θεωρούνταν κληρονομικά και αναπαλλοτρίωτα. Μπορούσαν να διανείμουν τη γη που καλλιεργούσαν τα παιδιά τουςν να τη δώσουν ως προίκα, ή ακόμη να πουλήσουν το δικαίωμα κατοχής που είχαν επί της γης, να την νοικιάσουν ή να την υποθηκεύσουν… Επιπλέον, οι ίδιοι αποκλειστικά αποφάσιζαν τον τρόπο και το είδος καλλιέργειας καθώς και την εν γένει εκμετάλλευση των γαιών τους» (Αρώνη -Τσίχλη 1989, σελ. 45, Ψυχογιός 1987, σελ. 64-65).

Βέβαια, από τη μια μεριά, το υπό δημιουργία ελληνικό κράτος καθιέρωνε για το ίδιο την αστικού τύπου ιδιοκτησία, από την άλλη όμως όριζε ότι όλα τα δοσίματα που οι Έλληνες όφειλαν στο οθωμανικό κράτος θα εισπράττονταν στο εξής από το ίδιο. Πιο συγκεκριμένα, θα εισπράττονταν για κάθε αγροτική σοδειά το 10% ως δεκάτη και το 20% ως επικαρπία, δηλαδή συνολικά το 30% (στο ίδιο ,σελ .45, σελ. 79-80).

Οι αστικού τύπου ιδιοκτησία και οι σχέσεις που διαμορφώθηκαν μεταξύ του ελληνικού κράτους και των αγροτών καλλιεργητών μέσω της δεκάτης και της επικαρπίας, μας οδηγούν να γράψουμε ότι ο ανθρωπο-κοινωνικός σχηματισμός (Χαραλάμπους 2001), ο οποίος άρχισε να συγκροτείται στον αγροτικό χώρο από το 1821 και μέχρι την κατάργηση της δεκάτης το 1881 και της επικαρπίας το 1871, αποτελούσε μια μεταβατική μορφή από τον οθωμανικό δοσιματικό σχηματισμό στον κεφαλαιοκρατικό. Δηλαδή, από τη μια διαμορφώνονταν οι αστικού τύπου ιδιοκτησίας και από την άλλη διατηρούταν η προκεφαλαιοκρατική διπλή ιδιοκτησία της γης.

Οι σχέσεις παραγωγής των τσιφλικιών

Αν στηριχθούμε στην υπόθεση ότι βασική προϋπόθεση για την ανάδυση και ανάπτυξη των συνεταιρισμών στον αγροτικό χώρο είναι, ταυτόχρονα, η κυριαρχία της εμπορευματικής παραγωγής επί της παραγωγής αυτοκατανάλωσης και η διαμόρφωση του θεσμού του ελεύθερου αγρότη ή, πιο γενικά, της αγροτικής τάξης, πράγμα που σημαίνει τη συγκρότηση μιας ταξικής σχέσης μεταξύ των έμπορων-μεσαζόντων και των αγροτών, τότε μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η απουσία των συνθηκών ανάδυσης των συνεταιρισμών δεν εντοπίζεται μόνο στο πεδίο των «εθνικών γαιών», αλλά και στο πεδίο των τσιφλικιών τόσο των Ιονίων Νήσων, τα οποία προσαρτήθηκαν στο ελληνικό κράτος το 1864, όσο και της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, οι οποίες έγιναν τμήμα του ελληνικού κράτους η μεν πρώτη το 1881, η δε δεύτερη το 1913.

Ο θεσμός των τσιφλικιών άρχισε να κάνει την εμφάνιση του με την έναρξη της διαδικασίας εισόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε κρίση κατά το τέλος του 16ου αιώνα και μπορεί να θεωρηθεί ως μια μορφή του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής (Φ.Τ.Υ.Π. – Νικολόπουλος 1988). Η βασική σχέση που συγκροτούσε αυτά τα τσιφλίκια ήταν αυτή της μετατροπής από τη μια μερικών οθωμανών αξιωματούχων σε φεουδάρχες και από την άλλη τμήματος των αγροτών σε δουλοπάροικους. Η ιδιομορφία αυτού του τρόπου παραγωγής συγκρινόμενου με αυτού της φεουδαλικής κεντρικής Ευρώπης εντοπίζεται μέσα από το ότι, κατ’ αντίθεση με αυτόν της τελευταίας ο οποίος συγκροτούνταν με βάση τη σχέση φεουδαρχών-ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής αφενός και δουλοπαροίκων–κατόχων των μέσων παραγωγής αφετέρου, συγκροτούνταν ως μια τριπλή σχέση: οθωμανικό κράτος–ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής, τσιφλικάδες–κάτοχοι των μέσων παραγωγής και δουλοπάροικοι–κάτοχοι των μέσων παραγωγής. Να τονίσουμε ότι με την έναρξη της διαδικασίας συγκρότησης των τσιφλικιών δεν ακυρώθηκε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας του οθωμανικού κράτους επί των μέσων παραγωγής και ως εκ τούτου δεν ακυρώθηκε και το δικαίωμά του στο δόσιμο, (στο ίδιο σελ.281-317, Vergopoulos 1977, σελ. 88-124).

Τα τσιφλίκια έκαναν την εμφάνισή τους ως μορφές φεούδων στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με την προσάρτηση όμως, της Θεσσαλίας και Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος αυτά άρχισαν να μεταλλάσσονται. Οι Έλληνες που τα αγόρασαν από τους Τούρκους τσιφλικάδες, άρχισαν να τροποποιούν τη φεουδαλική σχέση σε μισθωτή. Απαιτούσαν από τους κολίγους (μορφή δουλοπαροίκων), πρώτον να υπογράφουν μισθωτήριες συμβάσεις, οι οποίες ίσχυαν για ένα χρόνο και δεύτερον ν’ αναγνωρίσουν την πλήρη τους ιδιοκτησία επί του φεουδαλικού τομέα (Vergopoulos 1977, σελ. 91-93). Δηλαδή, οι Έλληνες τσιφλικάδες προσπαθούσαν να καταργήσουν τη διπλή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και να μετατρέψουν τα τσιφλίκια σε μια μορφή κεφαλαιοκρατικών επιχειρήσεων. Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι οι προσπάθειες αυτές, στις οποίες οι αγρότες αντιστάθηκαν, είχαν μεγάλη επιτυχία. Στο βαθμό όμως που έγιναν πραγματικότητα, τα τσιφλίκια έτειναν να πάρουν μια μορφή μεταβατική. Αυτό οφειλόταν στο ότι οι μεν αγρότες, ένεκα απουσίας άλλης οικονομικής διεξόδου, δεν έφευγαν από τα τσιφλίκια, οι δε τσιφλικάδες έλλειψης εργατικού δυναμικού δεν έδιωχναν τους κολίγους (Σακελλαρόπουλος 1991, σελ. 120-136). Δηλαδή, από τη μια ένεκα της επέκτασης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής (Vergopoulos 1977, σελ. 91) έτειναν να αλλοιωθούν, από την άλλη, απουσία άλλων οικονομικών διεξόδων, αναπαρήγαν τη φεουδαλική τους σχέση (Σακελλαρόπουλος 1991, σελ.120-136).

Οι «ελεύθεροι αγρότες» και η μη συγκρότησή τους σε τάξη

Στο γεωγραφικό χώρο όπου επικρατούσαν οι «εθνικές γαίες» και τα τσιφλίκια δεν εντοπίσαμε τη διαμόρφωση εκείνων των συνθηκών, οι οποίες ευνοούσαν την ανάδυση των συνεταιρισμών και πιο συγκεκριμένα τη διαμόρφωση των ταξικών σχέσεων κεφαλαιοκράτες–ελεύθεροι αγρότες. Όμως, αφενός στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα δεν υπήρχαν μόνο «εθνικές γαίες», αφετέρου στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στη Μακεδονία δεν υπήρχαν μόνο τσιφλίκια. Υπήρχαν επίσης και οι «ελεύθεροι αγρότες», «ιδιοκτήτες» της γης που καλλιεργούσαν. Στην ανάδυση της «ατομικής ιδιοκτησίας» της γης στην Ελλάδα συνέβαλε μέχρι το 1862, τόσο η διανομή από τις ελληνικές κυβερνήσεις περίπου 600.000 στρεμμάτων –το 10% περίπου της συνολικής καλλιεργήσιμης επιφάνειας– όσο και οι καταπατήσεις και ο σφετερισμός «εθνικών γαιών», αλλά και γαιών που ανήκαν σε επισκοπές και μονές από ισχυρά πολιτικά ή στρατιωτικά πρόσωπα. Η καταπατηθήσα γη φέρεται να πλησίαζε τα 3.000.000 στρέμματα, το1/3 περίπου των «εθνικών γαιών» (σελ. 69-70).
 
Όσον αφορά τους «ελεύθερους αγρότες» στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στη Μακεδονία, να γράψουμε ότι το 1907 υπήρχαν στην πρώτη 335 τσιφλικικά και 323 «ελεύθερα» χωριά –χωριά συγκροτημένα από «ελεύθερους αγρότες»–, το 1914 υπήρχαν στη δεύτερη 413 τσιφλικικά και 240 «ελεύθερα» χωριά και το 1913 υπήρχαν στην τρίτη 421 τσιφλικικά και 610 «ελεύθερα» χωριά. Τα τσιφλίκια καταλάμβαναν μεταξύ του 1/3 και των 2/3 της καλλιεργήσιμης έκτασης, (Vergopoulos 1977, σελ.101-102).

Αν και ήδη από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης η ατομική ιδιοκτησία της γης άρχισε να διαμορφώνεται είτε μέσω διανομής είτε μέσω καταπατήσεων, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι καταργήθηκε και η διπλή ιδιοκτησία. Η κληρονόμηση με την εθνική ανεξαρτησία από το ελληνικό κράτος της δεκάτης και της επικαρπίας οικοδομούσε το τελευταίο ως ένα θεσμό που έφερε, μαζί με τα αστικά στοιχεία, και οθωμανικά, πράγμα που το έκανε να συμπεριφέρεται σε μεγάλο βαθμό ως υψηλός κύριος της γης των «ελεύθερων αγροτών». Γράφουμε «σε μεγάλο βαθμό», διότι οι ενοικιαστές των φόρων μέσω της απόσπασης της δεκάτης και της επικαρπίας μετείχαν της ιδιοκτησίας της γης. Δηλαδή, η πιο πάνω κληρονόμηση έκανε να αναπαράγεται στις ειδικές συνθήκες της μετάβασης μια τριπλή ιδιοκτησία της γης, όπως και στην περίπτωση των τσιφλικιών, και ως εκ τούτου, παρά την ανάπτυξη της αγροτικής εμπορευματικής παραγωγής και την ενσωμάτωση της ελληνικής οικονομίας στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά (Μουζέλης 1978, σελ. 34-36, Αρώνη-Τσίχλη 1999, σελ. 32-29), δε διαμορφωνόταν ο ελεύθερος αγρότης, ο οποίος θα μπορούσε δυνητικά να μπει στην προοπτική οικοδόμησης του συνεταιριστικού τρόπου υλικής παραγωγής (Σ.Τ.Υ.Π.). Βέβαια, η βασική σχέση που συγκροτούσε την αγροτική οικογένεια ήταν αυτή του αγρότη, της γυναίκας του και των παιδιών του. Η σχέση αυτή όμως, δε συγκροτούσε έναν αυτόνομο τρόπο παραγωγής, τον Ο.Τ.Υ.Π., διότι στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής μετείχαν το κράτος και οι ενοικιαστές των φόρων. Η πρόταση αυτή βασίζεται στη θεωρία, πρώτον ότι η έννοια τρόπου παραγωγής υλικών αγαθών συντίθεται από δύο στοιχεία –τον ιδιοκτήτη ή τους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και τους εργαζόμενους χειρωνακτικά και πνευματικά– και δεύτερο ότι η έννοια του τρόπου παραγωγής δεν αναπαριστά μόνο τους τρόπους παραγωγής υλικών αγαθών, αλλά και τους τρόπους ιδεολογικής (π.χ. εκπαιδευτικό σύστημα), βιολογικής (η αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους), πολιτικής (π.χ. παραγωγή της εσωτερικής τάξης ενός έθνους-κράτους) και στρατιωτικής παραγωγής (η παραγωγή της διεθνούς τάξης). Δηλαδή, ένας τρόπος παραγωγής δεν αποτελείται από το οικονομικό, το πολιτικό και το ιδεολογικό στοιχείο εκ των οποίων καθορίζει το πρώτο, αλλά ένας ανθρωπο-κοινωνικός σχηματισμός συντίθεται από πολλούς τρόπους υλικής, ιδεολογικής, βιολογικής, πολιτικής και στρατιωτικής παραγωγής, οι οποίοι μπορεί να βρίσκονται σε λειτουργική ή συγκρουσιακή σχέση μεταξύ τους. Η έννοια του τρόπου παραγωγής αναφέρεται στο σύνολο αυτών των τρόπων παραγωγής, διότι οι άνθρωποι ενός ανθρωπο-κοινωνικού σχηματισμού δεν οργανώνουν μόνο την παραγωγή των υλικών τους αγαθών, αλλά οργανώνουν και την παραγωγή των ίδιων τους των εαυτών και τον τρόπο με τον οποίο αυτοί οργανώνονται σε κοινωνία. Τον τρόπο οργάνωσης δηλαδή της εσωτερικής και εξωτερικής τους τάξης (order, ordre). Θα γράφαμε ότι ένας ανθρωπο-κοινωνικός σχηματισμός παράγει τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από την οργανωμένη του δράση και τις εσωτερικές του συγκρούσεις. Να γράψουμε επίσης ότι στο μαρξισμό η έννοια του τρόπου παραγωγής μάς ανάγει στην αναπαράσταση ότι η παραγωγική σχέση καθορίζει τις σχέσεις διανομής. Στην εργασία αυτή υποθέτουμε ότι μεταξύ παραγωγής και διανομής ή οικονομικού κυκλώματος υπάρχει σχέση συγκρουσιακή, διαλεκτική (Marx 1977, Balibar 1996, σελ. 436-442, Touraine 1973, Fossaert 1977, σελ. 13-30, Χαραλάμπους 2001, σελ. 29-173, 221-224).

αρχή αρχή σελίδας
 
Αποστολή σε φίλο  Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση  Εκτύπωση
Σελίδες (2): Πρώτη << [1] 2 >> Τελευταία
MONTHLY
REVIEW
Πραξιτέλους 29,
105 60 Αθήνα
T 210 32 14 488
F 210 32 13 578
E info[at]monthlyreview[dot]gr