|
|
 |
|
|
 |
| Ο «δικός τους» άνθρωπος |
του ΠΕΡΡΥ ΑΝΤΕΡΣΟΝ |
|
| Αρχική Δημοσίευση: The Nation, 24 Απριλίου 2006 |
 |
| Μετάφραση: Κατερίνα Λαμπρινού |
|
|
|
 |
Αν και παρόμοιοι φόβοι είναι πια διαδεδομένοι, μικρή σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Η ευρωπαϊκή εχθρότητα απέναντι στον πόλεμο είναι εκτενής αλλά όχι βαθιά. Η εισβολή βρήκε μεγάλη αντίσταση, αλλά αφότου ολοκληρώθηκε δεν έδωσε αφορμή για περαιτέρω διαμαρτυρία. Οι διαδηλώσεις ενάντια στην κατοχή είναι λίγες και σποραδικές, σε απόλυτη αντίθεση με το παγκόσμιο κύμα διαμαρτυρίας που είχε προκαλέσει ο πόλεμος στο Βιετνάμ. Η βρετανική κυβέρνηση που συμμετείχε στην αμερικανική επίθεση δεν τιμωρήθηκε στις εκλογές. Η γερμανική κυβέρνηση που αντιτάχθηκε στην εισβολή σύντομα βοηθούσε υπογείως, παρέχοντας πληροφορίες για στόχους στη Βαγδάτη και διευκολύνοντας τη CIA στις απαγωγές. Η γαλλική κυβέρνηση, που κατηγορήθηκε από τον Φουκουγιάμα ότι πρόδωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες στο Συμβούλιο Ασφαλείας, στην πραγματικότητα είπε στον Λευκό Οίκο να προχωρήσει χωρίς νέο ψήφισμα και συνεργάστηκε στενά με την Ουάσιγκτον για να εγκαθιδρύσει τα κατάλληλα καθεστώτα στην Αϊτή και στον Λίβανο. Όλοι είναι ενωμένοι στο ζήτημα του Ιράν. Η ευρωπαϊκή εχθρότητα απέναντι στην παρούσα προεδρία είναι περισσότερο πικάρισμα παρά ανοχή. Ενόχλησε κυρίως η αδιαφορία για τη διπλωματική λεπτότητα και η ανεπαρκής εκδήλωση πραγματικής αντί φαινομενικής φιλοτιμίας. Οι ελίτ και οι μάζες ομοίως είναι προσκολλημένες στα πέπλα που παραδοσιακά καλύπτουν την ενδοτικότητα στην αμερικανική βούληση, και αγανακτούν με μια κυβέρνηση που τα έχει εγκαταλείψει. Οι διαμαρτυρίες αυτού του είδους, ζήτημα ύφους παρά ουσίας, θα ξεπεραστούν επιστρέφοντας στην ευπρέπεια. Τυχόν αποκατάσταση του Κλίντον αναμφισβήτητα θα επέφερε μια άμεση και ενδιαφέρουσα επανένωση του Παλαιού Κόσμου με τον Νέο.
Στο σημείο αυτό ο Κραουτχάμμερ φάνηκε πιο οξυδερκής από τον κριτή του. Απορρίπτοντας την ανησυχία του Φουκουγιάμα ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική βρίσκεται σε κίνδυνο επειδή έχει απωλέσει τη διεθνή νομιμοποίηση, δίκαια παρατήρησε ότι η Αμερική δεν απειλείται από κάποια έλλειψη διαβεβαιώσεων εκ μέρους της ΕΕ ή ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών –έχει άφθονες τέτοιες εγκρίσεις, όπως σημειώνει– αλλά από την ιρακινή εξέγερση. Είναι η θέληση της αντίστασης που απειλεί το δόγμα Μπους. Τα υπόλοιπα έχουν μικρή σημασία. Χωρίς την ιρακινή αντίσταση, την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν θα την ενοχλούσε η κατάληψη του Ιράκ περισσότερο από ό,τι του Παναμά.
Η παρερμήνευση των ευρωπαϊκών αισθημάτων από τον Φουκουγιάμα είναι συνηθισμένη. Η άποψή του για τον ισλαμικό φονταμενταλισμό από την άλλη πλευρά είναι ευχάριστα πρωτότυπη, σε αντίθεση τόσο με το περιβάλλον του όσο και με την επικρατούσα ορθότητα. Σε σύγκριση με τους μεγάλους ιστορικούς αντιπάλους της καπιταλιστικής δημοκρατίας, το φασισμό και τον κομμουνισμό, η Αλ Κάιντα και οι διασυνδέσεις της είναι μια μικροσκοπική δύναμη. Δεν έχουν καμία πιθανότητα να επιφέρουν σοβαρή ζημιά στην αμερικανική κοινωνία –εκτός αν με κάποιον τρόπο αποκτήσουν όπλα μαζικής καταστροφής–, πόσο μάλλον να μετατραπούν σε παγκόσμια απειλή για τον φιλελεύθερο πολιτισμό. Η διακήρυξη ενός γενικευμένου «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία» αποτελεί μια άσκοπη υπερβολή έναντι των καίριων επεμβάσεων που απαιτούνται για να πατάξουν τη χούφτα των φανατικών υποστηρικτών που ονειρεύονται ένα νέο χαλιφάτο. Ο πανικός απέναντι σε αυτή τη σχετικά δευτερεύουσα απειλή ενέχει τον κίνδυνο σημαντικών λανθασμένων υπολογισμών και πρέπει να αποφεύγεται, προπάντων από τους Αμερικανούς, οι οποίοι μετά την 11η Σεπτεμβρίου δεν απειλούνται τόσο από περαιτέρω επιθέσεις όσο οι Ευρωπαίοι, που στα εδάφη τους βρίσκεται μεγαλύτερος αριθμός μουσουλμάνων.
Πρόκειται για μια αργοπορημένη σκέψη, ύστερα από τόσο θρήνο για τον όλεθρο στις ανοικτές επιστολές, δεν παύει όμως να αποτελεί χαρακτηριστικό του τρόπου γραφής του Φουκουγιάμα, του οποίου ο τόνος γενικά είναι συγκρατημένος και νηφάλιος. Η κρίση του μας πηγαίνει πίσω στη λογική του συνολικού του έργου. Το πασίγνωστο επιχείρημα στο έργο Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος έλεγε ότι με την ήττα του κομμουνισμού, που ακολούθησε εκείνη του φασισμού, δεν ήταν πλέον διανοητή καμία βελτίωση στον φιλελεύθερο καπιταλισμό ως κοινωνική μορφή. Ο κόσμος θα εξακολουθούσε να είναι γεμάτος συγκρούσεις, οι οποίες θα συνέχιζαν να προκαλούν απροσδόκητα γεγονότα, αλλά δεν θα άλλαζαν το τελεσίδικο αυτό γεγονός. Δεν υπήρχε καμία εγγύηση για ένα γρήγορο ταξίδι της ανθρωπότητας από κάθε γωνιά της Γης με προορισμό μια ακμάζουσα, ειρηνική δημοκρατία, βασισμένη στην ιδιωτική ιδιοκτησία, τις ελεύθερες αγορές και τις ομαλές εκλογές, όλα αυτά που όμως θα σήμαιναν το τέλος της ιστορικής ανάπτυξης. Η περάτωση της κοινωνικής εξέλιξης δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί συνολικά ως ευλογία. Διότι αναπόφευκτα θα επερχόταν μια ύφεση των θεωρητικών εντάσεων, ίσως ακόμα και μια μονότονη ζωή. Διαβλέπει κανείς τη νοσταλγία για πιο ριψοκίνδυνους και ηρωικούς χρόνους.
Η φιλοσοφική βάση αυτής της κατασκευής προήλθε, όπως εξήγησε ο Φουκουγιάμα, από την αναθεώρηση της διαλεκτικής της αναγνώρισης του Χέγκελ από έναν Ρώσο εξόριστο στη Γαλλία, τον Αλεξάντρ Κοζέβ (Alexandre Kojève), σύμφωνα με τον οποίο αιώνες αγώνων μεταξύ κυρίων και δούλων –δηλαδή μεταξύ των κοινωνικών τάξεων– είχαν οδηγήσει στο κατώφλι της οριστικής ισότητας, μιας «καθολικής και ομοιογενούς κατάστασης» που θα σταματούσε την ιστορία. Τη σύλληψη αυτή την ταύτιζε με το σοσιαλισμό, και αργότερα με τον καπιταλισμό, πάντα βέβαια με μια ανεξιχνίαστη ειρωνεία.
Ο Φουκουγιάμα υιοθέτησε αυτή την αφηγηματική δομή βασίζοντάς την, όμως, σε μια οντολογία της ανθρώπινης φύσης αρκετά ξένη προς τον Κοζέβ, η οποία αντλήθηκε από τον Πλάτωνα και διαμορφώθηκε –με μια πιο συντηρητική οπτική– από τον Στράους. Ο Kοζέβ και ο Στράους εκτιμούσαν ο ένας τον άλλο ως συνομιλητή και μοιράστηκαν πολλά θεωρητικά σημεία, όμως πολιτικά –αλλά και μεταφυσικά– ήταν πολύ απομακρυσμένοι. Ο Στράους, ένας αδιάλλακτος φιλόσοφος της Δεξιάς, δεν είχε καιρό για τον Χέγκελ, πόσο μάλλον για τον Μαρξ. Στα μάτια του, όσα συμπέραινε ο Κοζέβ από τις έννοιες της ελευθερίας και της ισότητας θα μπορούσαν μόνο να προοιωνίζουν την ισοπέδωση, την πλανητική τυραννία. Πίστευε σε ειδικά καθεστώτα και στη φυσική ιεραρχία.
Κατά συνέπεια, υπήρξε πάντα μια ένταση στον τρόπο που ο Φουκουγιάμα συνέθεσε τις δύο πηγές του. Η σύνθεση αυτή πήρε σάρκα και οστά στα τελευταία χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, τότε όμως μπορούσε να παραμείνει κρυμμένη, επειδή τα καθολικά συμφέροντα του δημοκρατικού καπιταλισμού προστάτευε ομοφώνως, χωρίς φοβερή προσπάθεια, η Pax americana: Δεν υπήρχε καμία σημαντική αντίφαση μεταξύ του ελεύθερου κόσμου και της αμερικανικής ηγεμονίας. Μόλις όμως ο κομμουνισμός εξαλείφθηκε στη Ρωσία και ουδετεροποιήθηκε στην Κίνα, προέκυψε μια νέα κατάσταση. Από τη μια πλευρά δεν υπήρχε πλέον ένας κοινός εχθρός για να αναγκάσει άλλα καπιταλιστικά κράτη να πειθαρχήσουν αποδεχόμενα την αμερικανική εξουσία. Συγχρόνως όμως, η εξαφάνιση της ΕΣΣΔ αύξησε κατά πολύ την παγκόσμια επικράτεια του αμερικανικού κράτους. Κατά συνέπεια, όταν η ηγεμονία ήταν αντικειμενικά λιγότερο απαραίτητη για το σύστημα συνολικά, υποκειμενικά ήταν αναγκασμένη να γίνει πιο φιλόδοξη απ’ ό,τι πριν, έως σήμερα που είναι παγκοσμίως η μόνη υπερδύναμη. Με αυτούς τους όρους, ήταν αναπόφευκτο οι καθολικές απαιτήσεις του συστήματος σε κάποιο βαθμό να αποκλίνουν από τους χειρισμούς του μοναδικού επικεφαλής έθνους-κράτους. Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να γίνει κατανοητή η Αμερική στο σταυροδρόμι. Για τον Φουκουγιάμα η ρήξη με το νεοσυντηρητισμό οφειλόταν στις μεταξύ τους αγεφύρωτες διαφορές. Στον πυρήνα του βιβλίου υπάρχει μια εκτεταμένη επίθεση στην αμερικανική «μοναδικότητα» (exceptionalism), δηλαδή στο δόγμα ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι διαφορετικές από άλλες χώρες και μπορούμε να τις εμπιστευτούμε ότι χρησιμοποιούν τη στρατιωτική ισχύ δίκαια και σοφά, με τρόπο που οι άλλες δυνάμεις δεν θα μπορούσαν». Αυτή την απάτη διακηρύσσουν ο Κρίστολ και ο Κέηγκαν, υποστηρίζει ο Φουκουγιάμα, η οποία έχει προκαλέσει την εχθρότητα των συμμάχων και έχει οδηγήσει στα υπερφίαλα λάθη του πολέμου στο Ιράκ.
Πολιτικά, τα πιστεύω του Φουκουγιάμα διαμορφώθηκαν σε μια στραουσιανή μήτρα. Η πνευματική σφραγίδα του Κοζέβ όμως έφτασε βαθύτερα, τροφοδοτώντας το κύριο αφήγημα του Φουκουγιάμα. Αναγκασμένος από τις μεταβολές του στρατηγικού τοπίου να επιλέξει μεταξύ της λογικής των δύο, ο Φουκουγιάμα επέτρεψε στο μυαλό του να επικρατήσει της καρδιάς του. Εάν αποχώρησε από τη συντροφιά των νεοσυντηρητικών, αυτό συνέβη επειδή ο πόλεμος στο Ιράκ άφησε να διαφανεί μια μεταξύ τους γενεαλογική διαφορά. Στην προέλευση, οι βασικές ιδέες του ήταν ευρωπαϊκές, με έναν τρόπο που οι δικές τους δεν υπήρξαν ποτέ. Ο Κοζέβ θεώρησε πράγματι τη δημιουργία μιας υπερεθνικής Ευρώπης ως τον αποφασιστικό λόγο που ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, αντί για έναν ακόμα εθνικά περιορισμένο σοσιαλισμό, αποδείχτηκε, αντίθετα προς τις αρχικές προσδοκίες του, ο κοινός προορισμός της ανθρωπότητας. Για τον Στράους, από την άλλη πλευρά, ο οποίος στο παρελθόν ήταν σιωνιστής, τα καθεστώτα ήταν από τη φύση τους ειδικά: Τα παγκόσμια σχέδια δεν τον συγκινούσαν. Αν και δεν υπήρξε μεγάλος θαυμαστής της αμερικανικής κοινωνίας, σεβάστηκε τους «Πατέρες» της και δημιούργησε μια φλογερά εθνικιστική σχολή συνταγματικών φιλοσόφων. Οι επιλογές των διαφόρων νεοσυντηρητικών κληρονόμων αντικατοπτρίζουν τις αντίστοιχες γενεαλογίες τους.
Φυσικά, καμία πλευρά δεν αποκηρύσσει τις ανησυχίες της άλλης, οι οποίες αντίθετα παραμένουν κοινές εκατέρωθεν. Μάλλον, είναι ο τρόπος που αυτές συνδυάζονται –η μέση λύση που βρίσκεται μεταξύ των δύο– που φτιάχνει κάτι ξεχωριστό. Ο Κρίστολ και ο Κραουτχάμμερ μπορεί να είναι Αμερικανοί πατριώτες, αλλά αυτό είναι δευτερεύον απέναντι στη δέσμευσή τους για τη διάδοση της καπιταλιστικής δημοκρατίας σε όλο τον κόσμο: Από αυτήν την άποψη, λίγες παγκοσμιότητες είναι τόσο επιθετικές όσο η δική τους. Αντίστροφα, ο Φουκουγιάμα μπορεί να επικρίνει την αμερικανική μοναδικότητα, σίγουρα όμως δεν έχει εγκαταλείψει το μερίδιο της εθνικής κληρονομιάς του. Το νέο περιοδικό του δεν ονομάζεται τυχαία American Interest (Αμερικανικό συμφέρον). Ο Κραουτχάμμερ αποκαλεί την οπτική του «δημοκρατικό ρεαλισμό», ενώ ο Φουκουγιάμα ορίζει το όραμά του ως «ρεαλιστικό ουιλσονισμό». Μια διάκριση χωρίς διαφορά; Όχι ακριβώς – μάλλον μια αντιστροφή στην οποία τα ουσιαστικά δείχνουν την αρχική, και τα επίθετα τη δευτερεύουσα προσήλωση. Για τον πυρήνα των νεοσυντηρητικών, η αμερικανική ισχύς είναι η μηχανή της παγκόσμιας ελευθερίας: Ούτε υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε απόκλιση μεταξύ των δύο. Για τον Φουκουγιάμα, η σύμπτωση δεν είναι αυτόματη. Το ένα μπορεί να αποσυνδεθεί από το άλλο – και τίποτα δεν είναι πιο πιθανό να τα εξαναγκάσει σε διαχωρισμό από τη δήλωση ότι πάνε πάντα μαζί, στο όνομα της μοναδικής αμερικανικής αρετής, που δεν θα πείσει όμως κανέναν. Το θέτει ως εξής: «Η άποψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες συμπεριφέρονται με αδιαφορία στην παγκόσμια σκηνή δεν είναι ευρέως αποδεκτή επειδή δεν είναι πέρα για πέρα αληθινή και, πράγματι, δεν θα μπορούσε να είναι αλήθεια εφόσον οι Αμερικανοί ηγέτες αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους απέναντι στον αμερικανικό λαό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σε θέση να δρουν γενναιόδωρα, παρέχοντας παγκοσμίως δημόσια αγαθά, και είναι ακόμα πιο γενναιόδωρες όταν τα ιδανικά συμπίπτουν με τα συμφέροντά τους. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι επίσης και μια μεγάλη δύναμη με συμφέροντα που δεν σχετίζονται με τα παγκόσμια δημόσια αγαθά». Η άρνηση αυτής της προφανούς αλήθειας οδηγεί σε πολιτικές που βλάπτουν τα αμερικανικά συμφέροντα και δεν αποφέρουν παγκόσμια αγαθά: Δείτε τη Βαγδάτη.
Πώς αυτά μπορούν να εναρμονιστούν με τον καλύτερο τρόπο; Ο Φουκουγιάμα παραμένει πλήρως δεσμευμένος στην αμερικανική αποστολή να διαδοθεί η δημοκρατία ανά τον κόσμο, με τη χρήση όλων των αποτελεσματικών μέσων που έχει στη διάθεσή της η Ουάσιγκτον για το σκοπό αυτό. Η κριτική του στην κυβέρνηση Μπους συνίσταται στο ότι η πολιτική της στη Μέση Ανατολή δεν είναι μόνο ατελέσφορη αλλά και αντιπαραγωγική. Η προώθηση της εκ των έσω αλλαγής του καθεστώτος από τον σωστό συνδυασμό οικονομικών και πολιτικών πιέσεων είναι ένα θέμα. Η στρατιωτική δράση για την εξωτερική επιβολή του είναι ένα άλλο, που συνέβαλε και στη δυστυχία. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει καμία αυστηρή διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο στο αυτοκρατορικό ρεπερτόριο. Ο Φουκουγιάμα ξεχνά την επιτυχημένη συντριβή των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, της οποίας ο Ρόμπερτ Κέηγκαν είναι ο σημαντικότερος ιστορικός – ένας θρίαμβος της πολιτικής θέλησης που μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο Φουκουγιάμα τότε θα επιδοκίμαζε. Σήμερα, αμέσως μετά το Ιράκ, ο ίδιος επιδιώκει να αποστασιοποιηθεί από τέτοιες μορφές ακτιβισμού. Τώρα εξηγεί ότι δεν υπάρχει κανένας οικουμενικός πόθος για ελευθερία που να εξασφαλίζει ότι όπου μια κοινωνία απελευθερώνεται από την τυραννία εκεί θα αναδυθεί η δημοκρατία. Η σύγχρονη ελευθερία απαιτεί τυπικώς ορισμένα επίπεδα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης ως προαπαιτούμενα για τη στήριξή της. Αυτά δεν μπορούν να δημιουργηθούν εν μια νυκτί, αλλά πρέπει να παγιωθούν προσεκτικά στη διάρκεια πολλών χρόνων. Ούτε οι νεοφιλελεύθερες συνταγές, που στηρίζονται αποκλειστικά στα κίνητρα της αγοράς, θα φέρουν την απαιτούμενη τάξη και ευημερία. Γι’ αυτό ένα ισχυρό κράτος, ικανό για «καλή διακυβέρνηση», είναι ο ουσιαστικός όρος, και μια λογική αμερικανική πολιτική θα δώσει συχνά προτεραιότητα στην καλλιέργεια τέτοιας κρατικής τάξης απ’ ό,τι στην οικοδόμηση της δημοκρατίας στα πλέον επικίνδυνα μέρη του κόσμου.
Στην υπηρεσία αυτής της αναθεώρησης, ο Φουκουγιάμα διαστρεβλώνει την αρχική κατασκευή του. Το Τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος, μας διαβεβαιώνει, ήταν στην πραγματικότητα μια άσκηση στη θεωρία του εκσυγχρονισμού. Το μόνο που ισχυρίστηκε ήταν ότι υπήρχε καθολική επιθυμία, όχι για ελευθερία, αλλά για υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, το οποίο δημιουργούσε μια μεσαία τάξη με την τάση να επιδιώκει την πολιτική συμμετοχή, ενώ η δημοκρατία προέκυπτε τελικά ως υποπροϊόν αυτής της διαδικασίας. Η εκλαΐκευση ενός σύνθετου επιχειρήματος στη φιλοσοφία της ιστορίας δεν αποτελεί αποκλειστικά μια προσπάθεια να απλοποιήσει το μήνυμά του για ένα ευρύτερο ακροατήριο. Χαρακτηρίζεται και από μια διάθεση αυστηρής λογοκρισίας. Στο έργο που έκανε τον Φουκουγιάμα γνωστό, η επιδίωξη της αναγνώρισης και η παρακίνηση από την επιθυμία (που οδηγούν αντίστοιχα την προσπάθεια για ισότητα και πρόοδο της επιστήμης) ήταν οι δύο μοχλοί της ιστορίας. Η μεταξύ τους αλληλουχία δεν ήταν ποτέ το ατού της θεωρίας, δημιουργώντας έτσι σημαντικά χάσματα στην κατάληξη του επιχειρήματος. Αλλά στη δομή του αφηγήματος συνολικά, η ιδιαίτερη σημασία που τους αποδίδει ο Φουκουγιάμα είναι αδιαπραγμάτευτη. Η «επιθυμία που βρίσκεται πίσω από την επιθυμία» του οικονομικού ατόμου ήταν «μια τελείως μη οικονομική παρόρμηση, η προσπάθεια για αναγνώριση». Η πολιτική διαλεκτική ήταν τόσο έντονη που αποτέλεσε τον «πρωταρχικό μοχλό της ανθρώπινης ιστορίας». Ο διανοητικός κόσμος του Αλεξάντρ Κοζέβ βρισκόταν πολύ μακριά από εκείνον των θεωρητικών του εκσυγχρονισμού, όπως ο Ντάνιελ Λέρνερ (Daniel Lerner) και ο Γκάμπριελ Άλμοντ (Gabriel Almond).
Εάν αυτό το όραμα εμφανίζεται τώρα σαν βάρος για τον Φουκουγιάμα, ίσως να συμβαίνει επειδή ήταν μια θεωρία θανάσιμης σύγκρουσης. Ο Χέγκελ και ο Κοζέβ ήταν, ο καθένας στην εποχή του (Ιένα, Στάλινγκραντ), φιλόσοφοι του πολέμου. Η κληρονομιά τους είναι πάρα πολύ αγωνιστική για να τραβηχτεί μια γραμμή μεταξύ των πρόσφατων συστάσεων για πολιτική δεξιοτεχνία εκ μέρους του Φουκουγιάμα και της δημοκρατικής υπομανίας των τέως φίλων του από το The Weekly Standard. Οι κοινοτοπίες της θεωρίας του εκσυγχρονισμού είναι ασφαλέστερες. Ωστόσο υπάρχει ένα τίμημα που πρέπει να καταβληθεί για την πτώση στο πνευματικό επίπεδο της «Οικοδόμησης του έθνους 101» («Nation-Building 101») – τίτλος, δεν αστειεύομαι, ενός από τα πρόσφατα δοκίμια του Φουκουγιάμα. Ως επαγγελματίας κοινωνικός επιστήμονας, δεν μπορεί παρά να είναι αρμόδιος. Στην κριτική του για την ελεύθερη αγορά υπάρχουν συνταγές για την ανάπτυξη στις φτωχές χώρες, και η απαίτησή του για ισχυρή δημόσια εξουσία μπορεί να διαβαστεί ως ψήγμα ανάμνησης της εγελιανής του συγκρότησης: η ιδέα του κράτους ως φορέα της έλλογης ελευθερίας. Ωστόσο, οι διάφορες προτάσεις με τις οποίες τελειώνει η Αμερική στο σταυροδρόμι (μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην ήπια δύναμη, περισσότερες διαβουλεύσεις με τους συμμάχους, σεβασμός των διεθνών οργάνων) είναι απελπιστικής προβλεψιμότητας, όπως οι κοινοτοπίες κάθε ευσυνείδητου άρθρου εκδότη ή περιοδικού στη Γη. Το περισσότερο που μπορεί να ειπωθεί για τις προτάσεις αυτές είναι ότι, προσφέροντας ένα δικομματικό φυλλάδιο για την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής, εξασφαλίζουν μια καλά διαφημισμένη ψήφο για τον Κέρρυ και έχουν την κατανόηση του Μπρζεζίνσκι, ο οποίος εκδίδει το American Interest με τον Φουκουγιάμα. Δεν υπάρχει η παραμικρή πρόταση στις σελίδες αυτές για οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή στην κλιμακούμενη συσσώρευση στρατιωτικών βάσεων σε όλο τον κόσμο, ή για τη λαβή των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή, πόσο μάλλον για τη συμβίωση με το Ισραήλ. Όλα όσα οδήγησαν τη χώρα στην 11η Σεπτεμβρίου παραμένουν σε ισχύ.
Είναι αρκετό να δει κανείς το ισοπεδωτικό δοκίμιο των Τζων Μηρσάιμερ (John Mearsheimer) και Στήβεν Ουώλτ (Stephen Walt) για το ισραηλινό λόμπι στο London Review of Books –το οποίο δεν είναι τυχαίο ότι δεν έχει δημοσιευτεί στη χώρα μας– για να κατανοήσει το τεράστιο κενό ανάμεσα στα αναμασήματα στρατηγικής αυτού του είδους και στον αμιγώς κριτικό αναστοχασμό πάνω στην αμερικανική εξωτερική πολιτική από φιλοσόφους που έχουν κερδίσει τον τίτλο του «ρεαλιστή». Ενώ ξεκίνησε το βιβλίο του υπό την αιγίδα του Ουίλσον, ο οποίος προσέφερε το Ευαγγέλιο της δημοκρατίας στους λαούς της Γης, ο Φουκουγιάμα το τελειώνει στρατολογώντας τον Μπίσμαρκ –που ήξερε πώς να αυτοσυγκρατείται την ώρα της νίκης– ως πηγή έμπνευσης για τον «εναλλακτικό τρόπο σύνδεσης των Ηνωμένων Πολιτειών με τον υπόλοιπο κόσμο». Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς θα είχε αντιδράσει στο συσχετισμό του με τα δεκατέσσερα σημεία ο σιδηρούς καγκελάριος, ο οποίος διακατεχόταν από μια κακή αίσθηση του χιούμορ. Με συνταγές όπως αυτές του Φουκουγιάμα και τόσων άλλων σήμερα, η Αμερική δεν βρίσκεται σε ένα τυχαίο σταυροδρόμι. Βρίσκεται εκεί ακριβώς που βρισκόταν πάντα, να τετραγωνίζει τον κύκλο της φιλανθρωπίας και της αυτοκρατορίας προς ίδιον όφελος.
|
|
| |
 |
|
 |
 |
 |
|