MONTHLY REVIEW
ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ
Ανεξάρτητο Σοσιαλιστικό Περιοδικό
Ταυτότητα  >
Επικοινωνία  >
>
αναλυτική αναζήτηση
Περιοδικό >
»Αρχείο
»Διάθεση
»Παραγγελίες τευχών
Εκδόσεις >
Αναλύσεις και εξελίξεις >
Νέα του MR >
Σύνδεσμοι >
Θεματικό ευρετήριο >
Το δίκτυο του MR:
Αποστολή σε φίλο  Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση  Εκτύπωση
Σελίδες (1): Πρώτη << [1] >> Τελευταία
Το νέο ΝΑΤΟ: από τις βορειοατλαντικές ακτές έως τα όρια της Ευρασίας

του JEAN-SYLVESTRE MONGRENIER*
Τεύχος Νο 137
Αρχική Δημοσίευση: Περιοδικό Hérodote, τεύχ. 118, τρίτο τρίμηνο 2005
Μετάφραση: Δημήτρης Παπαμιχαήλ
Στις συζητήσεις που προηγήθηκαν του γαλλικού δημοψηφίσματος για το νέο Σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) προβλήθηκε ξαφνικά το ερώτημα της σχέσης μεταξύ της «Ευρώπης της Άμυνας» (ΕΠΑΑ ή Ευρωπαϊκής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας) και του ΝΑΤΟ (North Atlantic Treaty Organization). Πράγματι, το καθήκον αμοιβαίας συνδρομής του λεγόμενου Συντάγματος («Στην περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του τα άλλα κράτη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους») καθορίζει ότι: «Οι δεσμεύσεις και η συνεργασία στον τομέα αυτόν εξακολουθούν να είναι σύμφωνες προς τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του Οργανισμού της Βορειοατλαντικής Συνθήκης, η οποία παραμένει, όσον αφορά τα κράτη που είναι μέλη της, το θεμέλιο της συλλογικής τους άμυνας και το όργανο της εφαρμογής της» (άρθρο Ι-41, παρ. 7). Σε αυτόν τον τομέα, το μόνο που κάνει το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα είναι μία ανακεφαλαίωση μίας ιστορικής και γεωπολιτικής πραγματικότητας που αρχίζει με τον ψυχρό πόλεμο και ολοκληρώνεται με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992), του Άμστερνταμ (1997) και της Νίκαιας (2000): το «ευρωπαϊκό οικοδόμημα» αποτελεί σε μεγάλο βαθμό παράγωγο του containment του δόγματος Τρούμαν και ως εκ τούτου, με τη βούληση των κρατών-μελών του, το ΝΑΤΟ διατηρεί το μονοπώλιο της συλλογικής άμυνας στην Ευρώπη. Την επόμενη της διαμάχης Ανατολής-Δύσης, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ δεσμεύονται αμφότερες να εφαρμόσουν μία εκτεταμένη διεύρυνση πέρα από το άλλοτε «σιδηρούν παραπέτασμα». Συνεπώς, μέσα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και πλάι στις ΗΠΑ, οι Ευρωπαίοι έχουν κληθεί να κάνουν κοινό μέτωπο στα σύνορα της Ένωσης και να προβάλλουν την ισχύ τους πέρα από τα όρια της Ευρώπης. Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ συνοδεύεται από το «μετασχηματισμό» των δομών του, νέα μόδα στο διατλαντικό λεξιλόγιο.


Containment, ατλαντισμός και άμυνα της Δύσης


Με την υπογραφή της Συνθήκης της Ουάσινγκτον (ή του Βορείου Ατλαντικού), στις 4 Απριλίου 1949, γεννιέται η Ατλαντική Συμμαχία που αποτελεί τη στρατιωτική μετάφραση του containment του δόγματος Τρούμαν που ειπώθηκε την 12η Μαρτίου 1947. Η παράδοση του απομονωτισμού των ΗΠΑ και η πρόθεση του State Department να κάνει την Ευρώπη τρίτη δύναμη, ανεξάρτητη αλλά άτυπα δεμένη με τις ΗΠΑ, δεν βρίσκονταν στην κατεύθυνση μίας τέτοιας στρατηγικής [1]. Η επιμονή των Δυτικοευρωπαίων ήταν που οδήγησε στην υπογραφή της Συνθήκης της Ατλαντικής Συμμαχίας. Την 4η Μαρτίου 1947, Παρίσι και Λονδίνο υπογράφουν στη Δουνκέρκη μία συνθήκη αμοιβαίας συνδρομής. Το κείμενο πάει πολύ πιο μακριά από την «Εγκάρδια Συνεννόηση» και πρόκειται για την πρώτη γαλλοβρετανική συμμαχία. Ενώ την προηγούμενη χρονιά ο Winston Churchill καταδίκαζε το «σιδηρούν παραπέτασμα» και καλούσε μία συμμαχία ενάντια στον σοβιετικό επεκτατισμό (ομιλία του Φάλτον, 5 Μαρτίου 1946), η Συνθήκη της Δουνκέρκης στοχεύει τη Γερμανία. Η διάσπαση Ανατολής-Δύσης και το πραξικόπημα της Πράγας (Φεβρουάριος 1948) επιταχύνουν τις εξελίξεις και, στις 17 Μαρτίου 1948, η Συνθήκη των Βρυξελλών ιδρύει τη Δυτική Ένωση που ενσωματώνει τα τρία κράτη-μέλη του Μπενελούξ.

Έπρεπε ύστερα η άμυνα της Δυτικής Ευρώπης να μετατραπεί σε άμυνα της Δύσης. Τον Ιανουάριο του 1948, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Ernest Bevin θέτει την προοπτική ενός «δυτικού δημοκρατικού συστήματος». Εκείνη τη χρονική περίοδο το Παρίσι υπήρξε διστακτικό. Δεν έπρεπε να ενθαρρύνεται η προσπάθεια ανασύστασης του γερμανικού κράτους που θα εξέθετε την Ευρώπη σε σοβιετική αντίποινα. Την 17η Μαρτίου 1948, δηλαδή την ημέρα που υπογράφτηκε η Συνθήκη των Βρυξελλών, ο Ernest Bevin και ο Γάλλος ομόλογός του Georges Bidault, ζητούν να ανοίξουν διατλαντικές διαπραγματεύσεις. Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών επιμένει ιδιαίτερα στην επίτευξη ρητής εγγύησης για την ασφάλεια.

Εντωμεταξύ, οι Αγγλοσάξονες στρατηγοί πληθαίνουν τις επαφές τους. Μεταξύ 21ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 1948, αντιπρόσωποι των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και του Καναδά συζητούν κρυφά τη δημιουργία ενός ατλαντικού συστήματος ασφάλειας. Αυτές οι συνομιλίες καταλήγουν στη σύνταξη του «Pentagon Paper», ενός εγγράφου που περιέχει τα βασικά στοιχεία της μελλοντικής Ατλαντικής Συμμαχίας. Πρέπει όμως να κερδηθεί και η σύμφωνη γνώμη του Κογκρέσου των ΗΠΑ, το οποίο είναι επιρρεπές στον απομονωτισμό. Το σχέδιο υποβάλλεται έτσι στον Arthur Vandenberg, τον ισχυρό ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή που προεδρεύει την επιτροπή της Γερουσίας. Την 11η Ιουνίου 1948, η Γερουσία των ΗΠΑ εγκρίνει την απόφαση Vandenberg και επιτρέπει στο εκτελεστικό όργανο να υπογράψει τις περιφερειακές συμφωνίες, βασισμένες στην αρχή της συλλογικής και ατομικής αυτοάμυνας. Η εποχή του απομονωτισμού είχε τελειώσει [2] Η Συνθήκη της Ουάσινγκτον υπογράφεται την 4η Απριλίου 1949 από τα πέντε κράτη της Δυτικής Ένωσης και τις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Δανία, την Ισλανδία, τη Νορβηγία, την Ιταλία και την Πορτογαλία. Το άρθρο 5 καθορίζει ότι «τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνούν ότι ένοπλος επίθεσης εναντίον ενός ή πλειόνων εξ αυτών εν Ευρώπη ή Βορείω Αμερική θέλει θεωρηθεί επίθεσης εναντίον απάντων και, συνεπώς, (…) έκαστον εξ αυτών (…) θα συνδράμη τα υφιστάμενα την επίθεσιν εν ή πλείονα μέρη διά της αμέσου λήψεως, τόσον ατομικώς όσον και από συμφώνου μετά ετέρων Μερών, των μέτρων άτινα θεωρεί αναγκαία περιλαμβανομένης της χρήσεως ενόπλου βίας…». Επομένως, το καθήκον της συλλογικής άμυνας δεν συμπεριλαμβάνει αυτομάτως ένοπλη συνδρομή. Εντούτοις, η στρατιωτική παρουσία των Αμερικανών σε συνδυασμό με την ίδρυση του ΝΑΤΟ προσφέρουν πρακτικές εγγυήσεις στους Ευρωπαίους [3].


Η αποτυχία της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας (ΕΑΚ) και η πρωτοκαθεδρία του ΝΑΤΟ

Με επίκεντρο τον «μέσο ωκεανό» του Αμερικανού γεωπολιτικού Nicholas Spykman, αυτό το σύστημα ατλαντικής άμυνας συνδέει τις τύχες της Βορείου Αμερικής με το δυτικο-ευρωπαϊκό «rimland». Χαράσσεται με αυτόν τον τρόπο στις δυτικές γεωπολιτικές αναπαραστάσεις, όπως επιβεβαιώνεται και στον πρόλογο της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού [4]. Παραδομένες στις πιέσεις των Σοβιετικών, η Ελλάδα και η Τουρκία –που αποτελούν έμμεσα την αφετηρία του δόγματος Τρούμαν– εντάσσονται στο ΝΑΤΟ το 1952, και με τον τρόπο αυτό ο ατλαντισμός προχωράει στην Ανατολική Μεσόγειο και συναντά τη νότια πλευρά του σοβιετικού μπλοκ. Τρία χρόνια αργότερα η αποτυχία του επανεξοπλισμού της Δυτικής Γερμανίας μέσα στα πλαίσια της ΕΑΚ οδηγεί την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να ενσωματωθεί στο ΝΑΤΟ [5]. Πλην της εισόδου της Ισπανίας το 1981, τα όρια της Ατλαντικής Συμμαχίας δεν αλλάζουν θέση μέχρι το 1999, έτος της πρώτης μεταψυχροπολεμικής διεύρυνσης. Από τη «χρυσή εποχή» της μαζικής αντίποινας μέχρι την εποχή της βαθμιαίας αντεπίθεσης, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ οργανώνουν τη συλλογική τους άμυνα με το βλέμμα στραμμένο στο «σιδηρούν παραπέτασμα», έχοντας απέναντί τους μία μαζική και άμεση απειλή. Για να γίνει αυτό, κατασκευάζεται μία βαριά και στατική στρατιωτική δομή, αποτελούμενη από 63 στρατηγεία. Σε περίπτωση αποτυχίας της αποτρεπτικής στρατηγικής, ο στόχος ήταν νε περιοριστεί η επέλαση των αρμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας και να διατηρηθεί η δυνατότητα χρήσης του τακτικού πυρηνικού οπλοστασίου, ίσως και του στρατηγικού πυρηνικού οπλοστασίου. Το 1989, για την υπεράσπιση της εμπροσθοφυλακής, οι ΗΠΑ αριθμούν 330.000 στρατιώτες επί ευρωπαϊκού εδάφους.

Μεταξύ του 1989 και του 1991, με τη διάλυση της ΕΣΣΔ, η Ευρώπη και ο κόσμος ανασυγκροτούνται γεωπολιτικά. Σύμφωνα με διάφορους ειδικούς, η ιστορία και η πολιτική θεωρία δείχνουν ότι μία νικηφόρα συμμαχία δεν επιβιώνει δίχως τον εχθρό που τη δημιούργησε. Αντιθέτως, ο ευρω-ατλαντικός αμυντικός δεσμός διατηρήθηκε και το ΝΑΤΟ ξεκινάει την «πορεία προς την Ανατολή» (Zorgbibe). Το 1989, ο υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης George H.W. Bush, ονόματι James Baker, προβάλλει το δόγμα μίας «ευρω-ατλαντικής κοινότητας από το Βανκούβερ έως το Βλαδιβοστόκ», κοινότητα της οποίας κέντρο θα είναι το ΝΑΤΟ το οποίο θα διευρύνει τις αποστολές του καθώς και τα ανατολικά του σύνορα. Πραγματικά, η διεύρυνση των λειτουργιών του ΝΑΤΟ στις λεγόμενες «εκτός άρθρου 5» αποστολές –διατήρηση και επιβολή της ειρήνης, ασφάλεια, σταθερότητα– ορίζει ένα ευρύ πεδίο συνεργασίας.

Την 6η Ιουλίου 1990, οι αρχηγοί κυβερνήσεων των κρατών του ΝΑΤΟ εκδίδουν μία «Διακήρυξη του Λονδίνου για μία ανανεωμένη Βορειο-Ατλαντική Συμμαχία» που απέβλεπε στην ανάπτυξη της συνεργασίας με τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης με την καθιέρωση μόνιμων διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των χωρών αυτών και του ΝΑΤΟ. Την επόμενη χρονιά, στη Ρώμη, το ΝΑΤΟ ιδρύει το Συμβούλιο Βόρειο-Ατλαντικής Συνεργασίας, δηλαδή το νέο όργανο για τις διαβουλεύσεις με τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (ΚΑΕ). Αυτό το Συμβούλιο διευρύνεται γρήγορα στο σύνολο της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ) καθώς και στη Γεωργία [6] και την Αλβανία. Αυτή η θεσμική δομή του ΝΑΤΟ περιλαμβάνει συνεπώς τα ανατολικά όρια της Ευρώπης. Τα κράτη που συμμετέχουν στο Συμβούλιο καλούνται ύστερα να ακολουθήσουν τη Σύμπραξη για την Ειρήνη (ΣγΕ) που ιδρύθηκε στις Βρυξέλλες τον Ιανουάριο του 1994. Πέραν των αποστολών συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ, η Σύμπραξη για την Ειρήνη στοχεύει στην ενίσχυση της ασφάλειας και της σταθερότητας της ηπείρου διαμέσου της πολιτικοστρατιωτικής συνεργασίας και της διαφάνειας των αμυντικών συστημάτων.

Το 1997, το Συμβούλιο Βορειο-Ατλαντικής Συνεργασίας μετατρέπεται σε Συμβούλιο Ευρω-Ατλαντικής Συνεργασίας. Το σύνολο του συστήματος συνεργασίας συμπληρώνει η υπογραφή της ιδρυτικής συμφωνίας Ρωσίας–ΝΑΤΟ (27 Μαΐου 1997) που αντισταθμίζει τη θέσπιση της συνεργασίας Ουκρανίας–ΝΑΤΟ (8 Ιουλίου 1997).

Στη νότια πλευρά της Ευρώπης το ΝΑΤΟ ξεκινάει το 1994 τον Μεσογειακό Διάλογο. Το Μαρόκο, η Μαυριτανία, η Τυνησία, η Αίγυπτος, η Ιορδανία και το Ισραήλ συμμετέχουν σε αυτόν τον διάλογο καθώς και η Αλγερία από τον Φεβρουάριο του 2000. Συνολικά, οι νότιες και ανατολικές περιφέρειες της ΕΕ που αποτελούν τα αντικείμενα της «γειτονικής πολιτικής» και της στρατηγικής ασφάλειας όπως ορίστηκαν το 2003 από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, καλύπτονταν από τις νατοϊκές δομές άμυνας ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 [7].


Τα Βαλκάνια: πλατφόρμα δοκιμών του μεταψυχροπολεμικού ατλαντισμού

Κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, οι βαλκανικοί πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία αποτελούσαν την πλατφόρμα δοκιμών της νατοϊκής μεταρρύθμισης. Παρότι η κυβέρνηση G.H.W. Bush και η κυβέρνηση Clinton ήταν αρχικά αντίθετες στην εμπλοκή τους σε αυτόν τον τομέα, οι υπουργοί Εξωτερικών του ΝΑΤΟ διακηρύττουν τον Ιούνιο του 1992 ότι είναι έτοιμοι να στηρίξουν την ειρηνευτική δράση υπό την ευθύνη της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ) [8]. Η διαδικασία οδηγεί τις ΗΠΑ και τους Ευρωπαίους συμμάχους του ΝΑΤΟ να επέμβουν στη σύρραξη. Τον Φεβρουάριο 1994, δύο αμερικανικά F-16 καταρρίπτουν τέσσερα σέρβικα MIG και την επόμενη χρονιά οι εναέριες δυνάμεις του ΝΑΤΟ βομβαρδίζουν τις σερβικές δυνάμεις στη Βοσνία. Με την υπογραφή της Συμφωνίας του Ντέιτον (Dayton Agreement, 21Νοεμβρίου 1995), το ΝΑΤΟ βάζει επί ποδός την Implementation Force (IFOR) για το σεβασμό του περιεχόμενού της [9].

Τέσσερα χρόνια αργότερα το ΝΑΤΟ εμπλέκεται στον πόλεμο του Κοσσόβου (επιχείρηση «Allied Force», Μάιος–Ιούνιος 1999) και αναπτύσσει στη συνέχεια επί της σερβικής επαρχίας την Kosovo Force (KFOR). Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, η συνάντηση κορυφής της Ουάσινγκτον (25 Απριλίου 1999) υιοθετεί ένα νέο στρατηγικό δόγμα επικεντρωμένο στη διαχείριση κρίσεων και τη σταθερότητα της «ευρω-ατλαντικής ζώνης». Αυτό το δόγμα επιβεβαιώνει ότι η Ευρωπαϊκή Ταυτότητα Άμυνας και Ασφάλειας (ΕΤΑΑ), που λαμβάνεται ήδη από το 1994 με τη δημιουργία των Διακλαδικών Διασυμμαχικών Δυνάμεων Επιχειρήσεων (ΔΔΔΕ ή Combined Joined Task Force – CJTF), θα συνεχίσει να αναπτύσσεται, στη βάση της Συμφωνίας του Βερολίνου που υπογράφτηκε τον Ιούνιο του 1996 από τους υπουργούς Άμυνας του ΝΑΤΟ [10]. Οι πόλεμοι της Βοσνίας και του Κοσσόβου κατέληξαν λοιπόν στη «νατοποίηση» της βαλκανικής χερσονήσου. Έκτοτε, η «Ευρώπη της Άμυνας» πήρε σίγουρα το πάνω χέρι στη FYROM (επιχείρηση «Concordia», Μάρτιος 2003) και στη Βοσνία (επιχείρηση «Althea», Δεκέμβριος 2004). Πρέπει όμως να επισημανθεί το γεγονός ότι η Ευρώπη χρησιμοποιεί τα μέσα και τις δυνατότητες του ΝΑΤΟ που τέθηκαν στη διάθεσή της με τη συμφωνία «Berlin plus», υπό τη δικαιοδοσία του Deputy-SHAPE (τον αναπληρωτή του ανώτατου διοικητή του ευρωπαϊκού στρατηγείου). Με ένα «υπολειμματικό στρατηγείο» στο Σαράγεβο και τον ρόλο της δύναμης KFOR σαν εφεδρική δύναμη εκτός θεάτρου μάχης, το ΝΑΤΟ παραμένει στο σκηνικό και οι ΗΠΑ διατηρούν μερικές εκατοντάδες GI στη βάση της Τούζλα. Η εδραίωση της ΕΕ στα «δυτικά Βαλκάνια», ζώνη που λειτουργεί σαν ανάχωμα πριν τη Μέση Ανατολή, εγγράφεται μέσα στο πλαίσιο της ευρω-ατλαντικής στρατηγικής [11].

Η διαδικασία διεύρυνσης του ΝΑΤΟ και η επέκταση του άρθρου 5 σε νέα κράτη-μέλη περιορίζονται στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, τη Mitteleuropa των Γερμανών γεωγράφων. Με τη διάλυση του σοβιετικού μπλοκ, τα κράτη αυτά φάνηκαν να μεριμνούν ιδιαίτερα για την ένταξή τους στους «ευρω-ατλαντικούς θεσμούς». Ο Γάλλος ευρωβουλευτής Jean-Louis Bourlanges συνοψίζει επιγραμματικά την ανάλυσή τους ως εξής: «Για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που θα μας συναντήσουν προσεχώς, η Ευρώπη είναι το βαγόνι-εστιατόριο (wagon-restaurant) και οι ΗΠΑ το τεθωρακισμένο τρένο». Στη συνάντηση της Μαδρίτης, την 8η Ιουλίου 1997, οι αρχηγοί κρατών του ΝΑΤΟ κάλεσαν την Πολωνία, την Τσεχία και την Ουγγαρία να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις ένταξης με στόχο να γίνουν μέλη ήδη από τον Απρίλιο του 1999. Δεσμευμένη με τη Λιθουανία σε μία στρατηγική συνεργασία, η Πολωνία ασκεί επιρροή ενεργά υπέρ της εισόδου των χωρών της βαλτικής στο ΝΑΤΟ. Ο στρατηγικός της προσανατολισμός είναι σαφώς ατλαντικός και ο George W. Bush πάει στη Βαρσοβία για να επικυρώσει την 15η Ιουνίου 2001 τη δυτική πολιτισμική κοινότητα [12]. Οι αμερικανικοί δισταγμοί για τον ρόλο και την προοπτική του ΝΑΤΟ μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 υποθηκεύουν για μία περίοδο την επερχόμενη διεύρυνση [13]. Γρήγορα ωστόσο, η συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου τον Μάρτιο του 2002 καθορίζει μία πορεία. Ο Πρόεδρος Bush παίρνει τότε θέση υπέρ «ενός μεγάλου ΝΑΤΟ […] από τη Βαλτική ως τη Μαύρη Θάλασσα», και ο αναπληρωτής υπουργός εξωτερικών Richard Armitage προβλέπει «την πιο εύρωστη δυνατή διαχείριση». Η απόφαση λαμβάνεται στη σύνοδο της Πράγας (21 και 22 Νοεμβρίου 2002). Λιγότερο από δύο χρόνια αργότερα, οι χώρες της Βαλτικής, η Σλοβακία, η Σλοβενία καθώς και η Ρουμανία και η Βουλγαρία εισέρχονται στο ΝΑΤΟ (Απρίλιος 2004). Η διακήρυξη της Πράγας καθορίζει ότι το ΝΑΤΟ θα παραμείνει ανοικτό στις «ευρωπαϊκές δημοκρατίες που προσδοκούν και είναι σε θέση να επωμισθούν τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις ενός κράτους μέλους». Αφορά κατά κύριο λόγο την Κροατία, την Αλβανία και τη FYROM. Τον Μάιο του 2003, οι κυβερνήσεις των τριών κρατών υπογράφουν με τις ΗΠΑ μία «Αδριατική Χάρτα» [14].


«Ένα μεγάλο ΝΑΤΟ, από τη Βαλτική ως τη Μαύρη Θάλασσα»

Η διεύρυνση της ΕΕ στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη έγινε τον επόμενο μήνα (Μάιος 2004) και καθώς η «Ευρώπη της άμυνας» δεν καλύπτει παρά μόνο τις αποστολές του Πέτερσμπουργκ [15] το ΝΑΤΟ καλείται να υπερασπιστεί το σύνορο Βαλτική-Μαύρη Θάλασσα, στα όρια της Ένωσης. Στον βαλτικό χώρο, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ στην Πολωνία και στις χώρες της Βαλτικής παρακινεί τον επαναπροσδιορισμό των «βορείων ισορροπιών». Στο επίπεδο της ασφάλειας, οι διενέξεις μεταξύ των χωρών της Βαλτικής και της Ρωσίας καθώς και το καθεστώς του Καλίνινγκραντ αφορούν πλέον το ΝΑΤΟ. Απόδειξη είναι ότι η επιτήρηση των εναέριων συνόρων μεταξύ Βαλτικών χωρών και της Ρωσίας είναι στο εξής ενταγμένη στις αποστολές της αεροπορικής δύναμης του ΝΑΤΟ. Σαν αντάλλαγμα, οι Βαλτικές χώρες θέλουν τον εαυτό τους «παραγωγό ασφάλειας». Η στρατιωτική τριμερής συνεργασία της Βαλτικής Χάρτας του 1998 [16] κατέληξε σε σημαντικές υλοποιήσεις –ένα βαλτικό τάγμα για τη διατήρηση της ειρήνης (BALBAT), ένα κοινό στόλο (BALTRON), ένα κοινό μηχανισμό εναέριας επιτήρησης (BALTNET), μία στρατιωτική σχολή (BALTDEFCOL)– και μία πραγματική συμμετοχή στην άμυνα. Με τη διεύρυνση του 2004, ο Βαλτικός χώρος εγκαθίσταται σε μία ευρω-ατλαντική γεωπολιτική σφαίρα, πόσο μάλλον όταν ταυτόχρονα, Σουηδία και Φινλανδία, μη-συμμαχικές χώρες, συμμετέχουν ενεργά στις δράσεις της ΣγΕ. Φινλανδικές και σουηδικές μονάδες συμμετείχαν στις ειρηνευτικές επιχειρήσεις στα Βαλκάνια και τα στρατιωτικά συστήματα ενίσχυσαν τη συνεπιχειρηματικότητά τους με τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ. Με κάλεσμα των ΗΠΑ, αυτές οι δύο χώρες ανέλαβαν περισσότερες ευθύνες ως προς τους γείτονές τους στη Βαλτική.

Εκτός της Βαλτικής, η Μαύρη Θάλασσα είναι εξίσου «νέο σύνορο» του ατλαντισμού. Πριν ακόμη εισέρθουν στο ΝΑΤΟ, Ρουμανία και Βουλγαρία εξασφάλισαν κάποιες διευκολύνσεις στις συμμαχικές δυνάμεις προς όφελος της επιχείρησης «Allied Force» (Κόσσοβο). Αυτά τα παράκτια κράτη της Μαύρης Θάλασσας συνεισφέρανε εν συνεχεία στα πλαίσια του πολέμου κατά των Ταλιμπάν και της ισλαμικής τρομοκρατίας (προσέφεραν ναυτικές και αεροπορικές βάσεις και άνοιξαν τον εναέριο χώρο) και μέσα στα πλαίσια του πολέμου στο Ιράκ, και ενώ το ιρακινό ζήτημα δημιουργούσε τριβές μεταξύ των Συμμάχων και μεταξύ των συνεργαζόμενων με το ΝΑΤΟ χωρών, τόσο στα εσωτερικά του ΝΑΤΟ όσο και στην ΕΕ [17]. Μέλη του ΝΑΤΟ από τον Απρίλιο του 2004, Ρουμανία και Βουλγαρία εισέρχονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση μονάχα τρία χρόνια αργότερα, την 1η Ιανουαρίου 2007. Η Σόφια και ακόμη περισσότερο το Βουκουρέστι χρησιμοποιούν τη θέση τους στο ΝΑΤΟ για να διατελέσουν κομβικό ρόλο στη Μαύρη Θάλασσα και τον ευρασιατικό χώρο. Άλλη μία παράκτια χώρα της Μαύρης Θάλασσας, μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952, η Τουρκία, δρα ενεργά σε αυτό το «νέο σύνορο». Το 2003, κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράκ, η Άγκυρα αρνήθηκε τη χρήση του εδάφους της για τη διενέργεια αμερικανικής εισβολής από Βορρά. Το μοναδικό μουσουλμανικό κράτος μέλος του ΝΑΤΟ έχει πάραυτα σημαντικό ρόλο στην περιοχή, τόσο λογιστικού χαρακτήρα ως προς τις δυνάμεις που βρίσκονται σε Ιράκ και Αφγανιστάν, όσο και για τη σταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής [18]. Από αυτήν την άποψη, η ευρωπαϊκή κρίση μετά το γαλλικό «όχι» στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα καθώς και οι υποθήκες για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, υπενθυμίζουν στην Άγκυρα τη σημασία του ΝΑΤΟ για τη στρατιωτική και διπλωματική της υπόσταση.


Προς μία μεγαλύτερη συμμετοχή της Ρωσίας στο σύστημα του ΝΑΤΟ

Επί του ισθμού που ενώνει τη Βαλτική με τη Μαύρη Θάλασσα, το ΝΑΤΟ βρίσκεται σήμερα σε άμεση επαφή με το σύνολο Ρωσία-ΚΑΚ. Χρειάστηκε λοιπόν να οργανώσει πιο στενές σχέσεις με τη Μόσχα και το Κίεβο. Η μεγάλη αντιτρομοκρατική συμμαχία που σχεδιάστηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 διευκόλυνε τη δημιουργία του Συμβουλίου Ρωσία–ΝΑΤΟ. Η απόφαση λήφθηκε από τη Διακήρυξη της Ρώμης στις 28 Μαΐου 2002. Το Συμβούλιο αυτό αντικαθιστά το «Μόνιμο Συμβούλιο Ρωσίας–ΝΑΤΟ» που θεσπίστηκε κατά την υπογραφή της ιδρυτικής συνθήκης της 27ης Μαΐου 1997. Πρόκειται για ένα «Συμβούλιο των είκοσι» (είκοσι-επτά με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ), μέσα στο οποίο όλα τα μέλη είναι θεωρητικά ίσα. Το Συμβούλιο Ρωσία–ΝΑΤΟ προσεγγίζει ζητήματα σχετικά με τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, την εξάπλωση των όπλων μαζικής καταστροφής, την άμυνα έναντι των βαλλιστικών πυραύλων θεάτρου επιχειρήσεων, τον έλεγχο των εξοπλισμών, την επιστημονική και περιβαλλοντική συνεργασία, τη διαχείριση κρίσεων, τα μέτρα έκτακτης ανάγκης και τη θαλάσσια διάσωση. Η ύπαρξη του Συμβουλίου Ρωσία–ΝΑΤΟ δεν επιφέρει στη Ρωσία δικαίωμα βέτο στη δράση του ΝΑΤΟ. Τα μέλη της Ατλαντικής Συμμαχίας συνεχίζουν να λαμβάνουν αποφάσεις στο εσωτερικό του Συμβουλίου του Βορείου Ατλαντικού [19]. Αυτός ο νέος θεσμός δεν καθιστά τη Ρωσία εικονικά μέλος του ΝΑΤΟ και για τα επόμενα δέκα χρόνια αυτό δείχνει αδύνατον. Οι τρέχουσες γεωπολιτικές ανακατατάξεις μπορούνε ωστόσο να οδηγήσουν τη Μόσχα ακόμη πιο κοντά στις ευρω-ατλαντικές δομές. Παρατηρώντας με κάποια ανησυχία την ανάπτυξη της Κίνας ανατολικά και τις αναταραχές στον μουσουλμανικό κόσμο νότια, η Ρωσία εισέρχεται μία σοβαρή δημογραφική κρίση και διαχειρίζεται μία δύσκολη μετάβαση στη «δημοκρατία της αγοράς». Δημιουργώντας τις συνθήκες μίας μεγαλύτερης συμμετοχής των ευρω-ατλαντικών θεσμών στην καρδιά της Ευρασίας, η Μόσχα εξασφαλίζει τα ανατολικά της σύνορα και τον πλούτο της Σιβηρίας. Μακροπρόθεσμα, η επέκταση του ΝΑΤΟ έως τα κινέζικα σύνορα δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί. Όπως το 1997, η προσέγγιση ΝΑΤΟ και Ρωσίας ακολουθεί μία ενίσχυση των σχέσεων με το Κίεβο. Η Χάρτα συνεργασίας μεταξύ ΝΑΤΟ και Ουκρανίας υπογράφτηκε στη Μαδρίτη την 8η Ιουλίου 1997. Μετά τη θέσπιση του Συμβουλίου Ρωσίας–ΝΑΤΟ τον Μάιο του 2002, το Κίεβο κάνει γνωστή την πρόθεσή του να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ (η πρόταση διατυπώνεται στις 23 Μαΐου).

Στις 5 Απριλίου 2004 υπογράφεται ένα μνημόνιο συνεννόησης σχετικά με τη διευκόλυνση πρόσβασης στρατευμάτων, αεροπλάνων, ελικόπτερων και πλοίων της Οργάνωσης στο ουκρανικό έδαφος. Ένα σύμφωνο για την εναέρια στρατηγική μεταφορά υπογράφτηκε ύστερα, στις 7 Ιουνίου 2004. Την ίδια ημερομηνία, γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ κ. Jaap de Hoop Scheffer υπογράμμισε την αναγκαία ενίσχυση «σημαντικών προκαταρτικών συνθηκών» (ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών και του κράτους δικαίου, ζωτικότητα της Κοινωνίας των Πολιτών), για «να είναι σε θέση η Ουκρανία να προσεγγίσει ακόμη λίγο τον θεμιτό στόχο της ευρω-ατλαντικής ένταξης». Η επιτυχία της «πορτοκαλί επανάστασης» βρίσκεται σε αυτήν την κατεύθυνση.


Ο «μετασχηματισμός» του ΝΑΤΟ και η αμερικανική στρατιωτική ανάπτυξη

Η συνάντηση κορυφής της Πράγας (21–22 Νοεμβρίου 2002) προεργάστηκε το «μπιγκ μπανγκ» του ΝΑΤΟ. Η Ατλαντική Οργάνωση, εμπλεκόμενη στη καταπολέμηση της τρομοκρατίας και της εξάπλωσης των όπλων μαζικής καταστροφής, διέρχεται από μία γεωγραφική αντίληψη της ασφάλειας, σε μία λειτουργική, «εκτός ζώνης» αντίληψη του διακυβεύματος αυτού. Η Διακήρυξη της Πράγας θεσπίζει ότι το ΝΑΤΟ πρέπει να βρίσκεται σε θέση να παρατάσσει δυνάμεις που να μπορούν «να αναπτύσσονται γρήγορα όπου είναι αναγκαίο (…), να διεξάγουν επιχειρήσεις σε μεγάλη απόσταση και για μεγάλο χρονικό διάστημα» και οι Σύμμαχοι αποφάσισαν «να κατοχυρωθεί η εγκεκριμένη έννοια της άμυνας ενάντια στην τρομοκρατία». Αυτή η επανίδρυση επιβάλλει την αναδιαμόρφωση των δομών διοίκησης των δυνάμεων. Για τον λόγο αυτόν, το μοναδικό επιτελείο επί αμερικανικού εδάφους (στο Νόρφολκ) –το SACLANT– μετατρέπεται σε Στρατηγική Διοίκηση του Μετασχηματισμού (Allied Transformation Command – ACT) [20]. Η δομή των δυνάμεων είναι προσανατολισμένη από εδώ και στο εξής στην κινητικότητα και τη δυνατότητα αντίδρασης και οι Σύμμαχοι καλούνται να συμμετάσχουν στη δημιουργία μίας Δύναμης Ταχείας αντίδρασης του ΝΑΤΟ (NATO Response Force – NRF). Αυτή η δύναμη 21 000 ενόπλων υψηλού επιπέδου προετοιμασίας και διαθεσιμότητας (high readiness force), θα αποτελείται από Ευρωπαϊκές μονάδες. Ικανή νε επέμβει μέσα σε τρεις με πέντε ημέρες «όπου χρειαστεί» (Διακήρυξη της Πράγας), πρέπει να είναι σε θέση να «στηθεί» στο πεδίο των μαχών τουλάχιστον 30 ημέρες περιμένοντας τον ανεφοδιασμό. H Δύναμη ταχείας Αντίδρασης του ΝΑΤΟ (ΔΑΝ), πρέπει να μπορεί να παρεμβαίνει εκτός της περιοχής ευθύνης της Οργάνωσης, μαζί με τις αμερικανικές δυνάμεις. Η ΔΑΝ θα είναι πλήρως λειτουργική τον Οκτώβριο του 2006 το αργότερο. Διαθέτοντας μέσα υψηλής τεχνολογίας και διοικητικές δυνατότητες, στραμμένη προς τις «νέες απειλές του 21ου αιώνα», η ΔΑΝ πρέπει να παρεμβαίνει μαζί με τις αμερικανικές δυνάμεις, εκτός της παραδοσιακής περιοχής ευθύνης του ΝΑΤΟ. Εκπαιδευμένη για να κάνει την πρώτη είσοδο στο θέατρο μαχών, εξοικειωμένη με αποστολές κάθε είδους (tailoring), είναι «η σταγόνα νερό που μπορεί να σβήσει μία φωτιά». Πρέπει να δρα αρχικά μόνη της κατά του εχθρού και να είναι ικανή να καταλαβαίνει ένα λιμένα ή αεροδρόμιο υπό εχθρικές συνθήκες [21]. Για το ΝΑΤΟ, ο «μετασχηματισμός» συνίσταται στο πέρασμα από μία βαριά και στατική δομή σε ένα εκστρατευτικό μοντέλο για να επεμβαίνει πέρα από τα ευρωπαϊκά όρια.

Η συνέχιση της αμερικανικής εμπλοκής στο ΝΑΤΟ φαίνεται να εξαρτάται από την επιτυχία του «μετασχηματισμού». Ξέρουμε ότι την επόμενη της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, τα πολιτικά όργανα της Ατλαντικής Συμμαχίας επικαλέστηκαν το άρθρο 5 της Συνθήκης της Ουάσινγκτον. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση Bush προτίμησε νε διαχειριστεί διμερώς τη Συμμετοχή των Συμμάχων. Ο υπουργός Άμυνας Donald Rumsfeld είχε συνοψίσει ως εξής τη φιλοσοφία των πραγμάτων: «Η αποστολή είναι που καθορίζει τη συμμαχία και όχι η συμμαχία την αποστολή». Τρεις σχολές σκέψεις συνυπήρχαν τότε στην Ουάσινγκτον. Η πρώτη έκρινε το ΝΑΤΟ αδύναμο και πρότεινε την εξαφάνισή του. Η δεύτερη ερμήνευσε τη Συμμαχία σαν μία ακόμη συλλογικότητα (έναν «υπέρ-ΟΑΣΕ»), περιορισμένη στο να παράγει πολιτική συναίνεση και διεθνή νομιμοποίηση. Η τρίτη τέλος, εκτιμούσε ότι το ΝΑΤΟ πρέπει να εφοδιαστεί με νέα εργαλεία και να γίνει πιο «σφαιρικό», για να αντιμετωπίσει το σύνολο των προκλήσεων του 21ου αιώνα. Αυτή η τελευταία σχολή επικράτησε καθώς οι ΗΠΑ βλέπουν τον εαυτό τους σαν «Ευρωπαϊκή δύναμη», πράγμα που απαιτεί μία ανάλογη στρατιωτική υποχρέωση, μέσω του ΝΑΤΟ αλλά και μέσω πολλαπλών διμερών σχέσεων με διάφορα Ευρωπαϊκά κράτη [22]. Ωστόσο, ο αμερικανικός στρατιωτικός μηχανισμός στην Ευρώπη θα ανασχηματιστεί βαθύτατα μέσα στα επόμενα χρόνια. Στις 16 Αυγούστου 2004, σε ομιλία του ενώπιων βετεράνων στρατιωτών (Veterans of Foreign Wars) στο Σινσινάτι (Οχάιο), ο Τζορτζ Μπους επιβεβαιώνει ότι η ανάπτυξη πρέπει να ξεκινήσει το 2006. Στη Γερμανία ειδικά, δύο στρατιωτικά τάγματα (30.000 άνδρες) θα αποσυρθούν και θα αντικατασταθούν από ένα απόσπασμα ταχείας επέμβασης 3.800 ανδρών που θα έχουν στη διάθεσή τους τεθωρακισμένα τύπου Stryker. Κάποιες βάσεις θα κλείσουν στη Βαυαρία (Βύρτσμπουργκ και γύρω πόλεις), στη Ρηνανία–Παλατινάτο (Βισμπάντεν) και στην Έσση.

Αντίθετα ελαφρότερες υποδομές θα εγκατασταθούν στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη (η «νέα Ευρώπη» του Donald Rumsfeld) και αυτές οι νέες βάσεις θα μετατραπούν σε «κόμβους». Πρόκειται όντως για ένα σύστημα τοποθέτησης που συνδυάζει οπλοστάσια και μονάδες προβολής ισχύος προς το Μεσογειακό πεδίο, την Εγγύς και Μέση Ανατολή. Ένα μέρος των στολίσκων της US Air Force θα αναπτυχθούν προς τη Μέση Ανατολή, κυρίως στις τουρκικές βάσεις της Σμύρνης και του Ιντσιρλίκ. Αυτή η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη μαρτυρά τα συμφέροντα των ΗΠΑ στη Γηραιά Ήπειρο. Επιτρέπει ταυτόχρονα την προστασία των συμμάχων και επιβολή της αμερικανικής ηγεμονίας στο ΝΑΤΟ, και – σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός εκπροσώπου του Πενταγώνου – «να διαθέτει ένα εφαλτήριο για να αναπηδά σε άλλες αποστολές σε όλο τον κόσμο». Η Πολωνία (βάση Κρζεσίνι), η Ουγγαρία (αεροπορική βάση Τατζάρ), η Βουλγαρία (αεροπορική βάση Γκραφ Ιγκνάτιεβο, βάση Σαράφοβο και λιμένας του Μπουργκάς) όπως και η Ρουμανία (λιμένας Κωνστάντσας, βάση Μιχαϊλ-Κογκανιτσεάνου), πρσφέρουν στις ΗΠΑ νέα σημεία-κλειδιά για το στρατιωτικό αποτύπωμα (foot print), σε κοντινή απόσταση με χώρους ανομίας και ζώνες κινδύνου [23].


Το ΝΑΤΟ από τη Μαύρη Θάλασσα στην Κασπία

Στα σύνορα της Ευρώπης, το νέο ΝΑΤΟ και ο αποτελεσματικός του χαρακτήρας συναντούν άλλα γεωστρατηγικά πεδία. Έτσι, η Μαύρη Θάλασσα οδηγεί στον καυκάσιο ισθμό και στις ενεργειακές πηγές της λεκάνης της Κασπίας, δηλαδή περίπου 10% των διεθνών αποθεμάτων υδρογονανθράκων. Από τη Μαύρη Θάλασσα διαμετακομίζεται το ένα τέταρτο της τροφοδοσίας με κατεύθυνση την Ευρώπη. Εάν τα κράτη-μέλη, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, πασχίζουν να μην θίξουν τις σχέσεις τους με τη Μόσχα, ο καυκάσιος ισθμός δεν μπορεί να αφεθεί στο «εγγύς εξωτερικό» της Ρωσίας. Οι χώρες του νότιου Καυκάσου –Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν– βρίσκονται σε μία γεωπολιτική ζώνη που εκτείνεται από τη Μαύρη Θάλασσα ως την Κεντρική Ασία και από το Βόρειο Ιράν ως τη Νότια Ρωσία. Ο οικονομικός και ενεργειακός χώρος που διευθετείται γύρω από τη μεγάλη ευρωπαϊκή αγορά συμπεριλαμβάνει και αυτή τη περιοχή τροφοδοσίας. Τα κράτη μέλη της ΕΕ ταυτοποίησαν κοινά συμφέροντα με την Ουκρανία και τη Μολδαβία καθώς και χώρες του νότιου Καυκάσου που επωφελούνται της νέας «πολιτικής γειτονίας» που αναφέρθηκε προηγουμένως [24]. Το διακύβευμα αφορά επίσης την ασφάλεια, τόσο για τη λύση των περιφερειακών συγκρούσεων (εδαφικές διενέξεις μεταξύ Ερεβάν και Μπακού, αυτονομισμοί στη Γεωργία), όσο και για τη διαφύλαξη των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων. Σε αυτά τα ζητήματα, η ΕΕ διατηρεί τις αποστάσεις της όπως προδίδει η εγκράτεια που δείχνει όσον αφορά στην επιτήρηση των ρωσογεωργιανών συνόρων [25]. Αντιστρόφως ακολουθώντας τα βήματα των ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ υπογραμμίζει τη γεωστρατηγική σημασία αυτής της περιοχής της Μαύρης Θάλασσας για την ευρω-ατλαντική ασφάλεια. Οι συνεργάτες και σύμμαχοι των παραλίων εργάζονται μαζί για να συμβάλλουν στην ενίσχυση της σταθερότητας αυτού του χώρου. Αυτή η συμμαχία εξετάζει τους πιθανούς δρόμους για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, κυρίως για τις ήδη υπάρχουσες δομές συνεργασίας.

Η στρατηγική προώθηση της Μαύρης Θάλασσας στο ατλαντικό όραμα συνεπάγεται την ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στο ΝΑΤΟ, των οποίων η διαπραγμάτευση βρίσκεται σε εξέλιξη, για να ανοίξουν οι βάσεις στις αμερικανικές δυνάμεις. Χρησιμοποιώντας τη θέση στα ανατολικά σύνορα του ευρω-ατλαντικού συνόλου, η Ρουμανία προτείνει στο ΝΑΤΟ την επέκταση της επιχείρησης «Active Endeavour» [26] στη Μαύρη Θάλασσα. Από τη στιγμή της επιλογής του στη ρουμανική προεδρία, ο Trian Basescu προωθεί τη θέση της χώρας του και τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ για να αναπτύξει μία στρατηγική επικεντρωμένη στη Μαύρη Θάλασσα και τον άξονα Ουάσινγκτον–Λονδίνο–Βουδαπέστη. Μαζί με την Ουκρανία, άλλο παραλιακό κράτος της Μαύρης Θάλασσας που συνεργάζεται με το ΝΑΤΟ και που φιλοδοξεί την ένταξή του, η Ρουμανία ψάχνει τρόπο να ανασυντάξει το GUUAM και να αναλάβει ηγετικό ρόλο σε αυτό [27]. Στον Νότιο Καύκασο, το ΝΑΤΟ διόρισε έναν ειδικό αντιπρόσωπο, τον αμερικανό στρατηγό Robert Simmons, ιστάμενο του γενικού γραμματέα. Μέλος της ΣγΕ, η Γεωργία επικύρωσε το Individual Partnership Action Plan (IPAP) με το ΝΑΤΟ και υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία τη βούλησή της να ενταχθεί στην ατλαντική οργάνωση. Στις 2 Μαρτίου 2005, η Τιφλίδα υπέγραψε με το ΝΑΤΟ ένα σύμφωνο για τη διαμετακόμιση εξοπλισμών και δυνάμεων στο Αφγανιστάν μέσω Γεωργίας. Με την ευκαιρία αυτή, το υπουργείο Άμυνας της Γεωργίας έκανε γνωστό ότι η στρατιωτική βάση του Marneuli εκσυγχρονίστηκε με βάση τις προδιαγραφές του ΝΑΤΟ [28]. Ένα IPAP υπογράφτηκε επίσης με το Αζερμπαϊτζάν και άλλο ένα μένει να υπογραφθεί με την Αρμενία, οι δύο χώρες αυτές όντας επίσης μέλη της ΣγΕ. Στην περίπτωση της Αρμενίας, το σχέδιο παρουσιάστηκε στον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ στις 14 Ιουνίου 2005.


Από τον Μεσογειακό Διάλογο στη «Μεγάλη Μέση Ανατολή»

Η ώθηση του ΝΑΤΟ προς την Κασπία και την Κεντρική Ασία βασίζεται στον έλεγχο του θαλάσσιου μεσογειακού χώρου. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως η περίπτωση επέκτασης της επιχείρησης «Active Endeavour», από τη Μεσόγειο ως τη Μαύρη Θάλασσα αποδεικνύει πόσο δεμένες στρατηγικά μεταξύ τους είναι αυτές οι δύο ζώνες. Στο επίπεδο της γεωπολιτικής, αυτές οι δύο θάλασσες καθώς και ο περσικός κόλπος διαμορφώνουν μαζί μία «Μεγάλη Μεσόγειο». Μέσα σε αυτόν τον αχανή χώρο, η προβολή ισχύος επιχειρείται από το διακλαδικό στρατηγείο στη Νάπολι. Η STANAVFORMED (μόνιμη ναυτική δύναμη της Μεσογείου) που δημιουργήθηκε το 1992, εξαρτάται από αυτήν τη διοίκηση [29]. Το 1994, ακολουθεί ο Μεσογειακός Διάλογος και η συνάντηση της Κωνσταντινούπολης (28 Ιουνίου 2004) αποφασίζει να τον ενισχύσει, καλύπτοντας έτσι τον τομέα της ασφάλειας που δεν λαμβάνονταν επαρκώς υπόψη από την Ευρωμεσογειακή Εταιρική Σχέση. Με αυτόν τον τρόπο από την Κωνσταντινούπολη και ύστερα, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ διέτρεξε στις χώρες του μεσογειακού νότου και ανατολής καθώς πολλές ασκήσεις μεταξύ ΝΑΤΟ και Μεσογειακού Διαλόγου συνοδεύουν αυτήν τη «defense diplomacy». Για παράδειγμα, ένας στόλος επτά πλοίων της STANAVFORMED κατέπλευσε στο Αλγέρι, από τη 18η έως την 21η Μαρτίου 2005 [30]. Αυτή η αναθέρμανση του Μεσογειακού Διαλόγου εγγράφεται στα πλαίσια της ανάπτυξης του προγράμματος «Μεγάλη Μέση Ανατολή». Το πρόγραμμα αυτό, που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2002 ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Collin Powell, συνίσταται σε μία συνολική υποστήριξη της περιοχής από το Μαρόκο στο Πακιστάν (μη-συμπεριλαμβανομένων). Η Ουάσινγκτον προτείνει στις ενδιαφερόμενες χώρες μία διατλαντική συνεργασία συνδυάζοντας οικονομική βοήθεια, δημοκρατική μεταρρύθμιση και συνεργασία για την ασφάλεια, καθώς ο στόχος είναι να απωθήσει την ισλαμική απειλή [31]. Ο τομέας της ασφάλειας της «Μεγάλης Μέσης Ανατολής» πρέπει να επιληφθεί από το ΝΑΤΟ αφού τα κράτη-μέλη αναπτύσσουν μία αμυντική διπλωματία στην περιοχή (στρατιωτική άσκηση, εκπαίδευση αξιωματικών, διάφορες ανταλλαγές) και συνδράμουν στην καταπολέμηση της ισλαμικής τρομοκρατίας και της εξάπλωσης όπλων μαζικής καταστροφής. Η Πρωτοβουλία Συνεργασίας της Κωνσταντινούπολης υλοποιεί τη διεύρυνση του Μεσογειακού Διαλόγου στις χώρες του Περσικού Κόλπου. Τα διάφορα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου –Μπαχρέιν, Κουβέιτ, Ομάν, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ– διακήρυξαν το ενδιαφέρον τους για την εγκαθίδρυση μίας συνεργασίας στο θέμα της ασφάλειας μαζί με το ΝΑΤΟ δεσμεύεται στην ειρήνευση του Ιράκ της μετά-Σαντάμ εποχής. Ήδη το 2003, η ατλαντική οργάνωση με τη βοήθεια της στη διαίρεση που διοικούσε η Πολωνία και η συνάντηση της Κωνσταντινούπολης την 28η Ιουνίου 2004 έθεσε τη δυνατότητα μίας ισχυρότερης συνεισφοράς σε αυτό το πεδίο. Οπωσδήποτε, η τελική διακήρυξη της συνάντησης είναι ασαφής σχετικά με την υποστήριξη που προβλέπει για το «νέο Ιράκ». Στη βάση του εθελοντισμού, τα κράτη μέλη προτείνονται να αναλάβουν την εκπαίδευση των δυνάμεων ασφαλείας, συχνά εκτός Ιράκ.

Η συμφωνία της 22ης Σεπτεμβρίου 2004 πάει ένα βήμα παρακάτω. Η νατοϊκή αποστολή στο Ιράκ επιφορτίζεται με τη δημιουργία μίας προσωρινής Ανώτατης Πολεμικής Σχολής, στην καρδιά της «πράσινης ζώνης» της Βαγδάτης, αναμένοντας την ίδρυση μίας «στρατιωτικής ακαδημίας» [32]. Βορειότερα, στα όρια της «Μεγάλης Μέσης Ανατολής», το ΝΑΤΟ δίνει το παρόν στο Αφγανιστάν. Το καλοκαίρι του 2003, του ανατέθηκε η διοίκηση της Διεθνούς Δύναμης Προστασίας και Ασφάλειας (International Security Assistance Force – ISAF), που αναπτύχθηκε αρχικά στη Καμπούλ και την περιφέρειά της. Η δημιουργία «επαρχιακών ομάδων ανοικοδόμησης» (Provincial Reconstruction Teams) επέτρεψε προοδευτικά να διευρυνθεί η περίμετρος της ΔΔΠΑ. Τον Ιούλιο του 2005, το ΝΑΤΟ συμμετείχε στη διασφάλιση του μισού αφγανικού εδάφους, βοηθώντας έτσι στην οργάνωση των κοινοβουλευτικών εκλογών (Σεπτέμβριος 2005).

Η διεύρυνση της Ατλαντικής Συμμαχίας Ανατολικά, η ανάληψη αποστολών πέρα από τη συλλογική άμυνα των κρατών μελών και η ανάπτυξη μίας λειτουργικής αντίληψης –και όχι πλέον γεωγραφικής– της ασφάλειας διαστείλαν τη ζώνη προστασίας του ΝΑΤΟ. Αυτή περιλαμβάνει τις νότιες και ανατολικές περιφέρειες της Ευρώπης, ίσως ακόμη και την Υποσαχάρια Αφρική. Την 9η Ιουνίου 2005, το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε ότι θα υποστήριζε την Αφρικανική Ένωση στην προσπάθειά της να διατηρήσει την ειρήνη στο Νταρφούρ αναλαμβάνοντας την ασφαλή μεταφορά των στρατευμάτων της τελευταίας. Οι αποφάσεις της Ατλαντικής Ένωσης λαμβάνονται ομόφωνα, επομένως η δράση αυτή αποδεικνύει τη θέληση των ευρωπαϊκών κρατών. Η προσφυγή στο ΝΑΤΟ παρά στην «Ευρώπη της Άμυνας» πλεονεκτεί καθώς περικλείει και τις ΗΠΑ. Η αμερικανική ισχύς καλύπτει την αδυναμία των ευρωπαϊκών στρατιωτικών δαπανών και ρυθμίζει τα ζητήματα εξουσίας, καθότι οι χώρες της Γηραιάς Ηπείρου προτιμούν τη μακρινή αμερικανική ηγεμονία από αυτή κάποιας γειτονικής ανταγωνιστικής χώρας. Κατά την πορεία του, το ΝΑΤΟ μετατρέπεται σε μία πολυσύνθετη κατασκευή, ελαστική και «εκστρατευτική». Η τρέχουσα «μεταρρύθμιση» υποτίθεται ότι επινοεί μία καταλληλότερη εργαλειοθήκη για τη δημιουργία ειδικών συμμαχιών (coalition of willingness) και τη συμμετοχή σε ευρύτερες συμμαχίες.

* Ερευνητής στο Institut Français de Géopolitique – Πανεπιστήμιο Paris 8.

Υποσημειώσεις

[1] Θεωρητικός του containment και διευθυντής του Policy Planning Staff (οργανισμός περισυλλογής του υπουργείου εξωτερικών των ΗΠΑ), ο George Kennan είχε προτείνει μετά τον πόλεμο την «έννοια του αλτήρα». Η μεταφορά αυτή προσδιόριζε τον στρατηγικό συνδυασμό μίας ευρωπαϊκής και αμερικανικής οντότητας ως αντίβαρο για να περιοριστεί η στρατιωτική ισχύς. Η ιδέα έγκειται στην αποκαθήλωση ενός ευρωπαϊκού κέντρου ισχύος, ενταγμένο οικονομικά και πολιτικά ενωμένο, καλύπτοντας έτσι το ιδεολογικό κενό που άφησε ο πόλεμος και προβάλλοντας αντίσταση στον κομμουνισμό. Ανεγερθείσα τρίτη δύναμη, η Ευρώπη μπορούσε να αποτρέψει με αυτόν τον τρόπο τις ΗΠΑ να εμπλακούν σε μία δεσμευτική συμμαχία και νε επωμισθούν το βάρος της υπερδύναμης. Για τον Kennan, η συμμαχία μεταξύ των δύο όχθεων του Ατλαντικού δεν μπορούσε παρά να εμποδίσει τη σύσταση μίας ενωμένης Ευρώπης. Προτιμούσε λοιπόν μία οργάνωση πολιτική και στρατιωτική αποκλειστικά ευρωπαϊκή στην οποία οι ΗΠΑ δεν θα συμμετείχαν. Η σύνδεση μεταξύ της ευρωπαϊκής και βορειοαμερικανικής οντότητας θα εξασφαλίζονταν μονομερώς από τις ΗΠΑ και από τη στρατιωτική υποστήριξη που θα επέτρεπε τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού στρατιωτικού μηχανισμού. Οι ιδέες του Kennan αρχικά προτιμήθηκαν από τον πρόεδρο Harry Truman και η υπογραφή της Συνθήκης των Βρυξελλών (17Μαρτίου 1948) φάνηκε να υλοποιεί την έννοια του «αλτήρα». Ο Bruno Colson γράφει (1995, σελ.41-42): «Συνολικά οι ΗΠΑ (…) ήταν πιο πρόθυμες να δουν μία ανεξάρτητη Ευρώπη απ’ ότι οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι, κυρίως οι Βρετανοί». Τα γεγονότα επισπεύτηκαν οδηγώντας σε μία «ευπρόσδεκτη ηγεμονία» με τη δημιουργία της Ατλαντικής Συμμαχίας.

[2] Όσον αφορά τον μυθικό χαρακτήρα του απομονωτισμού των ΗΠΑ, βλ. Artaud (1985, σελ.43-76).

[3] Το ΝΑΤΟ καλύπτει το σύνολο των πολιτικών και στρατιωτικών δομών που απορρέουν από το άρθρο 9 της Συνθήκης της Ουάσινγκτον. Το συγκεκριμένο άρθρο διευκρινίζει ότι το Συμβούλιο το Ατλαντικού θα δημιουργήσει «τα επικουρικά όργανα που μπορεί να είναι απαραίτητα». Συνεδριάζοντας για πρώτη φορά στην Ουάσινγκτον τη 17η Σεπτεμβρίου 1949, το Ατλαντικό Συμβούλιο συστήνει μία επιτροπή άμυνας, μία στρατιωτική επιτροπή περιφερειακές ομάδες σχεδιασμού και μία υπουργική επιτροπή που ασχολούνταν με τα οικονομικά και χρηματιστικά ζητήματα της Συμμαχίας. Την εποχή εκείνη, η Γαλλία θέλει να προχωρήσει περισσότερο στην κατεύθυνση μίας «Ατλαντικής κοινότητας». Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Georges Bidault προτείνει στις 16 Απριλίου 1950: «Πιστεύω ότι θα ήταν φρόνιμο και πρόσφορο να δημιουργηθεί ένα Υψηλό Ατλαντικό Συμβούλιο που θα κληθεί να διευθετήσει και να κατευθύνει την ανάπτυξη της Κοινότητας σε δύο αδιαχώριστα επίπεδα: από τη μία πλευρά την άμυνα και από την άλλη πλευρά την οικονομία». Ο πόλεμος της Κορέας (1950–1953) επιταχύνει τη διαδικασία. Η αναγκαιότητα να αντιμετωπιστεί στη Δυτική Ευρώπη η μαζική και άμεση απειλή οδήγησε σε ταχεία ένταξη. Συνεδριάζοντας στις Βρυξέλλες τη 19η Οκτωβρίου 1950, οι υπουργοί εξωτερικών και Άμυνας αποφασίζουν τη δημιουργία μίας διεθνούς ενοποιημένης διοίκησης που εμπιστεύτηκε στον στρατηγό Dwight Eisenhower, πρώτον επώνυμο SACEUR (Supreme Allied Commander Europe). Η διοικητική δομή (περιφερειακές και υποπεριφερεικές διοικήσεις) καθώς και αυτή των δυνάμεων υλοποιούνται εκ των υστέρων. Πολλοί πολιτικοί οργανισμοί συμπληρώνουν το σύνολο του μηχανισμού. Ας υπογραμμίσουμε ότι η διαφορά που γίνεται μεταξύ Ατλαντικής Συμμαχίας και ΝΑΤΟ είναι αποκλειστικά γαλλική.
 
[4] «Τα συμβαλλόμενα Μέρη της παρούσας συνθήκης» βεβαιώνουν ότι «είναι αποφασισμένα να διασώσουν την ελευθερία των λαών τους, την κοινή κληρονομία και τον πολιτισμό τους, βασισμένα στις αρχές της δημοκρατίας, τον ατομικών ελευθεριών και του δικαίου».

[5] Στις 25 Οκτωβρίου 1950, ο αρχηγός της γαλλικής κυβέρνησης, René Pleven, προτείνει ένα σχέδιο «ευρωπαϊκού στρατού», το οποίο βαφτίζει η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άμυνας. Πρόκειται για μία ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ που ήθελαν να επανεξοπλίσουν την Ο.Δ.Γ. και να τη μετατρέψουν σε βάση μίας συνοχικής ατλαντικής άμυνας. Ο πόλεμος της Κορέας κορυφώνονταν όταν, τη 12η Σεπτεμβρίου 1950, ο υπουργός εξωτερικών Dean Acheson τοποθετήθηκε ξεκάθαρα: «Θέλω ένστολους Γερμανούς το φθινόπωρο του 1951». Παροτρυνόμενος από τον Jean Monnet, ο René Pleven προτείνει να επεκταθεί η κοινοτική συνταγή της ΕΚΑΧ (Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα) στο ζήτημα του γερμανικού επανεξοπλισμού. Το σχέδιο Pleven προέβλεπε να «πνίξει» τους Γερμανούς οπλίτες μέσα σε αυτόν τον ευρωπαϊκό στρατό (Γερμανοί στρατιώτες χωρίς γερμανικό στρατό). Παρ’ ότι απέτυχε στη διαπραγμάτευση περί χωριστών μονάδων, η Βόννη συναινεί με τις γαλλικές θέσεις. Η Ουάσινγκτον ερμηνεύει αρχικά το σχέδιο αυτό σαν έναν επιβραδυντικό χειρισμό αλλά καταλήγει σε μία λογική λύση. Η υπόθεση οδηγείται λοιπόν ως την υπογραφή της Συνθήκης των Παρισίων την 27η Μαΐου 1952. Στη χώρα όπου δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα για την Άμυνα, εκδηλώνονται κάθετες αντιρρήσεις. Γκωλλικοί και κομμουνιστές συναντιούνται για να καταγγείλουν αυτόν τον «ευρωπαϊκό στρατό». Τους ακολουθούν ύστερα διάφοροι ειρηνιστές και «ουδετερικοί» εκ των οποίων οι πιο πολέμιοι φτάνουν στο σημείο να κατακρίνουν τον ευρωπαϊκό στρατό σαν «έναν στρατό SS» και ένα «παράρτημα του Πενταγώνου». Για τις κυβερνήσεις που διαδέχονται η μια την άλλη από το 1952 έως το 1954, το σχέδιο της ΕΚΑ παγώνει, αναμένοντας μία καλύτερη στιγμή για να εφαρμοστεί. Μετά την πτώση του Ντιέν Μπιέν Φου (Diên Biên Phu), ο Pierre Mendès-France εκλέγεται στην εξουσία από μία πλειοψηφία που αυτοπροσδιορίζονταν «κατά της εκχώρησης». Όταν στις 30 Αυγούστου 1954 η συνθήκη παρουσιάζεται στο κοινοβούλιο, 319 βουλευτές έναντι 264 αρνούνται ακόμη και τη συζήτηση. Όμως, η ανάγκη εύρεσης λύσης στο ζήτημα του επανεξοπλισμού της Ο.Δ.Γ. ήταν νόμος. Έτσι, η γαλλική «κοινή γνώμη» έκανε λάθος. Αρνούμενη την ΕΚΑ πίστευε ότι απέρριπτε οριστικά το ζήτημα ενώ το μόνο που έκανε ήταν να καθυστερήσει τη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο θα γίνονταν. Τα σύμφωνα του Λονδίνου και των Παρισίων που υπογράφτηκαν 3 και 23 Οκτωβρίου 1954 μεριμνούν γι’ αυτό. Η αρχή του μερικού επανεξοπλισμού της Δυτικής Γερμανίας εγκρίνεται, Βόννη και Ρώμη εντάσσονται στη Συνθήκη των Βρυξελλών και η Δυτική Ένωση μετονομάζεται σε Ένωση της Δυτικής Ευρώπης. Η Ο.Δ.Γ. εισέρχεται ύστερα στην Ανατολική Συμμαχία και η Bundeswehr (Ομοσπονδιακή Άμυνα) εντάσσεται στο ΝΑΤΟ. Τον Δεκέμβριο του 1954, δεν μένει στο γαλλικό κοινοβούλιο παρά να επικυρώσει τη λύση αυτή που σύστηνε ο Dean Acheson τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Η γαλλική απόρριψη της ΕΚΑ ενίσχυσε έτσι τον ατλαντισμό της Ο.Δ.Γ. που τόσο καταγγέλθηκε μέσα στις επόμενες δεκαετίες.

[6] Την 23η Οκτωβρίου 1993, μετά την ήττα απέναντι στους Αμπχάζιους αυτονομιστές (που υποστηρίζονταν από τη Μόσχα), η Γεωργία εντάσσεται στην ΚΑΚ. Την 9η Δεκεμβρίου του ιδίου χρόνου, προσχωρεί και στη συνθήκη συλλογικής ασφάλειας της ΚΑΚ, που είχε υπογραφτεί στην Τασκένδη στις 15 Μαΐου 1992. Παρ’ όλα αυτά, η Τιφλίδα αποσύρεται το 1996.

[7] Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας ξεκίνησε την 11η Μαρτίου 2003 και έχει σαν στόχο την ενίσχυση της «σταθερότητας» και της «ευημερίας» του περιβάλλοντος ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στραμμένη προς την Ανατολική Ευρώπη (Ρωσία, Λευκορωσία, Ουκρανία, Μολδαβία), τις χώρες της Νότιας και της Ανατολικής Μεσογείου καθώς και τις χώρες του Νοτίου Καυκάσου, αποβλέπει στην ανάπτυξη της οικονομικής, εμπορικής, πολιτισμικής και περιβαλλοντικής συνεργασίας. Η Πολιτική Γειτονίας αφορά το σύνολο των γειτονικών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν φιλοδοξούν να ενταχθούν σε αυτήν. Υποτίθεται ότι ενισχύει την «Ευρωπαϊκή Στρατηγική Άμυνας» (το κείμενο Solana) – «Μία σίγουρη Ευρώπη σε έναν καλύτερο κόσμο» – που υιοθετήθηκε στην τελική του μορφή από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 12 Δεκεμβρίου 2003.

[8] Το 1994 η ΔΑΣΕ μετονομάστηκε σε «Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη» (ΟΑΣΕ).

[9] Το IFOR αντικαταστάθηκε την επόμενη χρονιά από τη Stabilization Force (SFOR), πάντα υπό τη διοίκηση του ΝΑΤΟ.

[10] Την έννοια της «Ευρωπαϊκής Ταυτότητας Άμυνας και Ασφάλειας» (ΕΤΑΑ) έθεσε αρχικά η Ένωση Δυτικής Ευρώπης στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνοδεύει τη βούληση των Κρατών της Ενωμένης Ευρώπης, μέσω της Συνθήκης του Μάαστριχτ να υλοποιήσουν μία Κοινή Εξωτερική Πολιτική και πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) «που διαμορφώνεται από τη διατύπωση μίας κοινής αμυντικής πολιτικής» (αρ. 17). Τον Ιούνιο του 1996, το σύμφωνο του Βερολίνου προβλέπει ότι η ΕΤΑΑ θα οικοδομηθεί εντός του ΝΑΤΟ, μέσω της ΔΔΔΕ. Αυτά τα τμήματα «χωριζόμενων αλλά όχι χωριστών δυνάμεων» του ΝΑΤΟ αποτελούν διοικητικά μέσα που μπορούν να τεθούν στη διάθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό την ευθύνη του Deputy-SACEUR και να εξαπλωθούν σε εξωτερικά θέατρα επιχειρήσεων. Η Ένωση χρησιμοποιεί σε αυτήν την περίπτωση το νατοϊκό εργαλείο για να υλοποιήσει την «Ευρώπη της Άμυνας». Το στρατηγικό δόγμα του 1999 ενισχύει αυτές τις διαθέσεις –μιλάμε τότε για το «Berlin plus»– που ισχύουν από τον Μάιο του 2003.

[11] Για να προωθήσει την περιφερειακή συνεργασία, την ασφάλεια και τη σταθερότητα σε βάθος χρόνου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η ατλαντική συνάντηση κορυφής της Ουάσινγκτον (Απρίλιος 1999) έβαλε σε εφαρμογή την Πρωτοβουλία του ΝΑΤΟ για τη Νότιοανατολική Ευρώπη. Η Πρωτοβουλία βασίζεται σε τέσσερις πυλώνες: ένα συμβουλευτικό φόρουμ για τα ζητήματα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, μία εξειδικευμένη ομάδα εργασίας για την περιφερειακή συνεργασία, ένα πρόγραμμα εργασίας για τη διαφάνεια των στρατιωτικών δραστηριοτήτων που εμπνέεται από τη ΣγΕ, ειδικά προγράμματα συνεργασίας με την Κροατία και τη Βοσνία–Ερζεγοβίνη. Αυτή η Πρωτοβουλία του ΝΑΤΟ συμπληρώνει το Σύμφωνο σταθερότητας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης που μπήκε σε εφαρμογή τον Ιούνιο του 1999, σύμφωνο στο οποίο η ΕΕ έχει μείζονα ρόλο.

[12] «Ευρώπη και Αμερική δεν θα χωριστούν ποτέ, καθώς αποτελούν τον καρπό ενός κοινού πολιτισμού, μεταξύ της Ιερουσαλήμ και της Αθήνας, μεταξύ της Βαρσοβίας και της Ουάσινγκτον».

[13] Η απόφαση να τεθεί σε εφαρμογή το άρθρο 5 της Συνθήκης της Ουάσινγκτον (καθήκον συλλογικής άμυνας) πάρθηκε τη 12η Σεπτεμβρίου. Διάφορα μέτρα ακολούθησαν, μεταξύ των οποίων και η ανάπτυξη ναυτικής δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο και έμβασμα πέντε AWACS στις ΗΠΑ, τα οποία ανήκαν στο ΝΑΤΟ. Δύο εβδομάδες αργότερα, ο υφυπουργός Άμυνας Paul Wolfowitz σημειώνει ότι ο πόλεμος ενάντια στη τρομοκρατία στηρίζεται πάνω σε «διαφορετικές συμμαχίες, με διαφορετικούς στόχους, σε διάφορα μέρη του κόσμου». Το ΝΑΤΟ χρησιμοποιείται σαν θεσμός παραγωγής πολιτικής συναίνεσης και σαν επιχειρησιακό απόθεμα, αφού οι ΗΠΑ υιοθετούν μονομερείς επιχειρησιακές μεθόδους. Τα μαθήματα του πολέμου στο Κόσσοβο, κατά τη διάρκεια του οποίου ο πολιτικός πολυμερισμός ερχότανε αντίθετος με τον στρατηγικό σχεδιασμό του Πενταγώνου (ήταν ο λεγόμενος «πόλεμος τον επιτροπών»), όπως και το στρατιωτικοτεχνικό χάσμα μεταξύ Αμερικανών και Ευρωπαίων (το «διατλαντικό χάσμα») εξηγούν εν μέρει αυτές τις επιλογές. Έχουν επίσης να κάνουν με στρατηγικές και γεωπολιτικές εξελίξεις βάθους που υποθηκεύουν το μέλλον του ΝΑΤΟ.

[14] Στις 7 Μαρτίου 2003, οι υπουργοί Εξωτερικών της Κροατίας, της Αλβανίας και της FYROM υπογράψανε στο Ντουμπρόβνικ μία κοινή διακήρυξη στην οποία υπογραμμίζουν την αποφασιστικότητα τους να γίνουν πλήρη μέλη του ΝΑΤΟ, να υποστηρίξουν την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, να ενισχύσουν την περιφερειακή συνεργασία, να σεβαστούν το κράτος δικαίου και τις αρχές της οικονομίας της αγοράς. Οι τρεις υπουργοί συναντήθηκαν για να αποπερατώσουν τους όρους της συνεργασίας μεταξύ των χωρών τους και των ΗΠΑ (Αδριατική Χάρτα). Η υπογραφή αυτού του αμερικανο-αδριατικού συμφώνου επήλθε στις 2 Μαΐου στα Τίρανα. Αυτή η συνεργασία πρέπει να βοηθήσει τις τρεις χώρες της Αδριατικής να εναρμονίσουν τις δραστηριότητές τους εν’ όψη εισόδου στο ΝΑΤΟ. Ο Κροάτης Υπουργός Εξωτερικών κ. Picula, δήλωσε ότι «η υπογραφή της Αδριατικής Χάρτας εκδηλώνει την αφοσίωση των τριών χωρών της Αδριατικής στις αξίες των χωρών του ΝΑΤΟ. Είναι ένα νέο βήμα προς την ένταξη των χωρών μας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, καθώς και ένα βήμα για την ανοικοδόμηση μίας διαρκούς ειρήνης σε αυτή τη περιοχή του κόσμου». Φαίνεται ότι η ιδέα αυτής της χάρτας διατυπώθηκε από τον Bruce Jackson, από το αμερικάνικο λόμπυ υπέρ του ΝΑΤΟ, εμπνευστή της «ομάδας του Βίλνιους» και της «Επιστολής των δέκα» με την οποία το Βίλνιους υποστήριξε τις ΗΠΑ στο Ιράκ, στις 5 Φεβρουαρίου 2003.

[15] Οι αποστολές του Πέτερσμπουργκ (κοντά στη Βόννη) καθορίστηκαν από την ΕΔΕ στις 19 Ιουνίου 1992. Είναι τέσσερις: ανθρωπιστικές αποστολές, αποστολές εκκένωσης των Ευρωπαίων υπηκόων, ειρηνευτικές αποστολές δυνάμεων για τη διαχείριση κρίσεων, μεταξύ αυτών και επιχειρήσεων αποκατάστασης της ειρήνης (οι λεγόμενες αποστολές «υψηλής έντασης»). Αυτό το φάσμα αποστολών ξαναχρησιμοποιήθηκε από την ΕΕ και διατυπώνεται στη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997). Αποτελούν με άλλα λόγια αναφορά στον ορισμό των στόχων και των μέτρων της «Ευρώπης της Άμυνας». Παρ’ όλα αυτά οι Δεκαπέντε της Ευρώπης δεν ερμηνεύουν πάντα με τον ίδιο τρόπο τις αποστολές τους. Οι «μη-συμμαχικές» χώρες (Αυστρία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Σουηδία) ευνοούν το «χαμηλό Πέτερσμπουργκ» και τη «soft security» (ανθρωπιστικές αποστολές και αποστολές διατήρησης της ειρήνης). Ο διαχωρισμός των αποστολών συνεπάγεται πολεμικές αποστολές που αφορούν το «υψηλό Πέτερσμπουργκ». Για μερικούς αναλυτές (Γάλλους τις περισσότερες φορές), η αποστολή «Allied Force» του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας το 1999 μπορούσε να ενταχθεί σε αυτό το πλαίσιο. Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα προέβλεπε την επέκταση των αποστολών αυτών του Πέτερσμπουργκ στις συνημμένες δράσεις όπως τον αφοπλισμό, αποστολές στρατιωτικής βοήθειας και συμβουλευτικού χαρακτήρα για τον μετασχηματισμό στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας στις ζώνες παρέμβασης, στη συμμετοχή για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Παρά την αποτυχία του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, η επέκταση των αποστολών του Πέτερσμπουργκ μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της «Ευρωπαϊκής Αμυντικής Στρατηγικής» που ενέκριναν τα κράτη-μέλη στις Βρυξέλλες, τον Δεκέμβριο του 2003.

[16] Αφού αρχικά αρνήθηκαν το 1997 τη ρωσική πρόταση της περιφερειακής ζώνης ασφάλειας, τα κράτη της Βαλτικής και οι ΗΠΑ υπογράφουν την επόμενη χρονιά τη Χάρτα της Βαλτικής. Σε αυτό το πλαίσιο και ευρύτερα στο πλαίσιο της Σύμπραξης για την Ειρήνη με την υποστήριξη της Ομάδας συνδρομής για την ασφάλεια στη Βαλτική, οι στρατοί της Βαλτικής ενίσχυσαν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες και προετοίμασαν την είσοδό τους στο ΝΑΤΟ.

[17] Μέλη της «ομάδας του Βίλνιους» που συσπειρώνει της χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που είναι υποψήφιες για ένταξη στο ΝΑΤΟ, η Ρουμανία και η Βουλγαρία έχουν υπογράψει την «Επιστολή των Δέκα» που εκδόθηκε την 5η Φεβρουαρίου 2003. Αυτό το έγγραφο φέρνει τη στήριξη των χωρών αυτών στις ΗΠΑ για τον πόλεμο στο Ιράκ, μερικές ημέρες μετά από τα τεσσαρακοστά γενέθλια της γαλλογερμανικής Συνθήκης των Ηλυσίων. Το ιρακινό ζήτημα τραντάζει τη συνοχή του ΝΑΤΟ πριν ακόμη ξεκινήσουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης των πρεσβευτών του ΝΑΤΟ στις 22 Ιανουαρίου 2003, η Γαλλία, η Γερμανία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο αναβάλλουν επ’ αόριστον τη λήψη μέτρων προστασίας που ζήτησε η Τουρκία σε περίπτωση πολέμου (μέτρα που υποστήριζαν και οι ΗΠΑ). Επρόκειτο για την αποστολή AWACS και για αντιπυραυλικά συστήματα τύπου Patriot. Οι επόμενες συναντήσεις του Συμβουλίου του Βορείου Ατλαντικού, ανώτατου πολιτικού θεσμού του ΝΑΤΟ δεν μπορούσαν να υπερβούν αυτό το εμπόδιο καθώς Γαλλία και Βέλγιο άσκησαν βέτο (10 Φεβρουαρίου 2003). Τα μέτρα ασφάλειας ελήφθησαν τελικά στις 16 Φεβρουαρίου στην Επιτροπή των σχεδίων άμυνας, οργανισμός σχεδιασμού από τον οποίο η Γαλλία απουσίαζε μετά την έξοδό της από την ενταγμένη διοίκηση του ΝΑΤΟ (7 Μαρτίου 1966). Στο μεταξύ διάστημα, η αμερικανική κυβέρνηση απείλησε να αποδεσμευτεί από το ΝΑΤΟ. Ο αντίκτυπος της ιρακινής κρίσης στην Ατλαντική αλληλεγγύη οδήγησε πολλούς αναλυτές να συμπεράνουν τη δημιουργία ενός «κόσμου χωρίς συμμαχίες» και ενός νέου «δυτικού σχίσματος» (Francois Heisbourg).

[18] Κατά την τελευταία του συνάντηση με τον Tayyip Erdogan ο George Bush χαρακτήρισε «πολύ σημαντική» τη αμερικανοτουρκική «στρατηγική συνεργασία».

[19] Το Συμβούλιο Ρωσία–ΝΑΤΟ θα μπορούσε να εκληφθεί απλά σαν ένα διπλωματικό περίβλημα του «Μόνιμου κοινού συμβουλίου Ρωσίας–ΝΑΤΟ» το οποίο η Ρωσία θεωρούσε ότι ήταν ένα συμβούλιο «19 προς 1». Η Μόσχα έκανε μποϊκοτάζ σε αυτό το θεσμό μετά το πόλεμο του Κοσσόβου. Ωστόσο η ανασύσταση του Συμβουλίου εγγράφεται μέσα στη συγκυρία της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Στην ομιλία του στο Γερμανικό Κοινοβούλιο στις 23 Φεβρουαρίου 2001, ο Vladimir Poutine δίνει βάρος στον δυτικό και ευρωπαϊκό χαρακτήρα της Ρωσίας. Δέχεται την εγκατάσταση των Αμερικανών στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της κεντρικής Ασίας και η «Κοινή Διακήρυξη για τη νέα στρατηγική σχέση» που ανακοινώθηκε στις 24 Μαΐου 2002 από τους προέδρους των ΗΠΑ και της Ρωσίας επισημοποιεί την αμερικανική διείσδυση στο «εγγύς εξωτερικό» της Ρωσίας. Η Διακήρυξη της Ρώμης σχετικά με το Συμβούλιο Ρωσία–ΝΑΤΟ ακολουθεί μερικές ημέρες αργότερα.

[20] Η Συμμαχική Διοίκηση για τον Μετασχηματισμό (ΣΔΜ) του ΝΑΤΟ που ξεκίνησε τις εργασίες της τη 19η Ιουνίου 2003 αναλαμβάνει την υποστήριξη της Δύναμης Ταχείας Αντίδρασης του ΝΑΤΟ θέτοντας στη διάθεση του SHAPE τις απαραίτητες δυνατότητες για την υλοποίηση συνεπιχειρήσεων μεταξύ αμερικανικών και ευρωπαϊκών στρατευμάτων. ‘Έτσι η ΣΔΜ αναλαμβάνει την ανάλυση των σχεδιασμένων και καθοδηγούμενων από το SHAPE επιχειρήσεων, καθώς και την αναζήτηση και την ανάπτυξη νέων δυνατοτήτων και εννοιών, τον πειραματισμό και την εφαρμογή αυτών μέσω του σχεδιασμού άμυνας και των εκπαιδευτικών προγραμμάτων του ΝΑΤΟ. Βοηθάει επίσης τα νέα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ να διαρρυθμίζουν τους στρατούς τους, και τέλος, θα εμπλακεί στο Prague Capability Commitment (PCC).

Γενικότερα, η ΣΔΜ θα φροντίσει να μειώσει το «διατλαντικό χάσμα» τόσο στο πεδίο των δυνατοτήτων όσο και στο πεδίο της διανόησης (εκπαίδευση, δόγμα, εξάσκηση). Η ΣΔΜ είναι σημαντική για τη συνάφεια του εκσυγχρονισμού των δυνατοτήτων των ευρωπαίων συμμάχων με τον «τρόπο σκέψης και ανάπτυξης του αμερικανικού στρατού», καθώς στόχος είναι η «εισαγωγή μίας νοοτροπίας της μετατροπής μέσα στη Συμμαχία» για την αντιμετώπιση των «απειλών και προκλήσεων του 21ου αιώνα» (ναύαρχος Ian Forbes, τελευταίος SACLANT, Επιθεώρηση του ΝΑΤΟ, ηλεκτρονική έκδοση, καλοκαίρι 2003). Φορέας της δογματικής και τεχνικής τυποποίησης των ευρωπαϊκών στρατών, η ΣΔΜ είναι η νέα καρδιά της Ατλαντικής Συμμαχίας και κτυπά επί αμερικανικού εδάφους. Ο ανώτατος αξιωματικός της διοίκησης αυτής, ναύαρχος Edmund Giambastani είναι ταυτόχρονα διοικητής των Αμερικανικών διακλαδικών δυνάμεων (USJFCOM) στο Νόρφολκ. Τέσσερα κέντρα που βρίσκονται στην Ευρώπη εξαρτούνται απευθείας από τη ΣΔΜ: το διακλαδικό κέντρο πολεμικών επιχειρήσεων του Σταβάνγκερ (Νορβηγία), το διακλαδικό κέντρο εκπαίδευσης που βρίσκεται στη Πολωνία, το διακλαδικό κέντρο ανάλυσης του Μονσάντο (Πορτογαλία) και το κέντρο υποθαλάσσιων ερευνών της Λα Σπέτσια (Ιταλία).

[21] Για τους Ευρωπαίους η Δύναμη Ταχείας Αντίδρασης του ΝΑΤΟ αποτελεί «ανελκυστήρα δυνατοτήτων» ο οποίος θα έπρεπε να παρακινεί τον εκσυγχρονισμό των ευρωπαϊκών στρατών. Είναι προϋπόθεση που επέβαλαν οι ΗΠΑ που μεριμνούν για τη διατήρηση μίας ελάχιστης συνεπιχειρηματικότητας με τους ευρωπαϊκούς στρατούς. Αυτή η συνεκτική εξασκημένη δύναμη προβολής θα επικυρωθεί από το ΝΑΤΟ (ορισμός και εξακρίβωση των κριτηρίων εκπαίδευσης). Η ΔΤΑΝ είναι ο «καταλύτης» του μετασχηματισμού που επιθυμεί η Ουάσινγκτον. Οι έννοιες και τα α δόγματα που προετοιμάζει η Συμμαχική Διοίκηση για τον Μετασχηματισμό θα δοκιμαστούν μέσω αυτής.

[22] Στην οργάνωση των μεγάλων περιφερειακών στρατηγείων των ΗΠΑ, η ευρωπαϊκή ήπειρος υπάγεται στο United States European Command (USEUCOM) βασισμένο στη Στουτγάρδη, και περιλαμβάνει όλη τη Μεσογειακή λεκάνη καθώς και τη Βόρεια Αφρική, την Υποσαχάρια Αφρική και την Εγγύς Ανατολή. Ο διοικητής του USEUCOM είναι ταυτόχρονα και ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στην Ευρώπη (SHAPE). Από τις 17 Ιανουαρίου 2003, πρόκειται για τον στρατηγό James Jones. Πέραν της Στουτγάρδης τα άλλα «δυνατά σημεία» της αμερικανικής παρουσίας στην Ευρώπη είναι η αεροπορική βάση του Ράμσταιν στη Γερμανία (Βόρεια Ρηνανία–Βεστφαλία), οι ναυτικές βάσεις της Ιταλίας στη Νάπολι και στη Σιγκονέλλα (Σικελία) καθώς και το στρατιωτικό νοσοκομείο στο Λάντστουλ (Γερμανία). Αφού συμπλήρωσε 300.000 άνδρες το 1989, το αμερικανικό ενεργητικό που βρίσκεται σήμερα στην Ευρώπη αποτελείται από 114.000 ανθρώπους. O Philippe Richardot (2003) αναφέρει λεπτομερώς: μία μεραρχία τεθωρακισμένων και μία μεραρχία μηχανοκίνητων της Army, δύο στόλοι αέρος της US Air Force, μία ομάδα μάχης αέρος-θαλάσσης, μία αμφίβια εκστρατευτική μονάδα Marines. Τα τρία πέμπτα αυτού του αμερικανικού ενεργητικού βρίσκονται στη Γερμανία.

[23] Σύμφωνα με διαφορετικές πηγές, η Ουάσινγκτον βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με τις κυβερνήσεις της Πολωνίας, της Τσεχίας, της Σλοβακίας και της Ουγγαρίας για την εγκατάσταση στοιχείων της αντιπυραυλικής ασπίδας (Defense Missile). Η Πολωνία μπορεί να φιλοξενήσει μία βαλλιστική τοποθέτηση αναχαιτιστικών εκτοξευτήρων και οι άλλες χώρες προορίζονται στη εξουδετέρωση πιθανών απειλών που προέρχονται από τη Μέση Ανατολή.

[24] Η Ευρωπαϊκή Ένωση διόρισε έναν ειδικό αντιπρόσωπο για τον νότιο Καύκασο, τον Φιλανδό Heikki Talvitie. Στις 12 Ιουλίου 2004, στα πλαίσια της ΚΕΠΠΑ, οι Βρυξέλλες ξεκίνησαν στη Γεωργία μία αποστολή «EUJUST–Themis» για να στηρίξουν εκεί το κράτος δικαίου.

[25] Τον Δεκέμβριο του 2004, η Ρωσία ακινητοποίησε τον Προϋπολογισμό του ΟΑΣΕ και αρνήθηκε την επέκταση της διεθνούς δύναμης (της Boundary Monitoring Operation) που διασφαλίζει από το 1999 κατ’ αίτηση της Μόσχας την επιτήρηση του συνόρου αυτού, στην περιοχή της Τσετσενίας. Οι Εικοσιπέντε όντας ανίκανοι να συνεννοηθούν για το ξεκίνημα μίας κοινής επιχείρησης υπό την αιγίδα της ΚΕΠΠΑ, η ΕΕ αρκέστηκε στην εκπαίδευση γεωργιανών συνοριοφυλάκων.

[26] Η επιχείρηση «Active Endeavour» που εξαπολύθηκε τον Οκτώβριο του 2001 στα πλαίσια της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, βασίζεται στις μόνιμες ναυτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ για την επιτήρηση και τον έλεγχο των μεγάλων ναυτικών διαδρομών της ανατολικής Μεσογείου και για τη συνοδεία των συμμαχικών πλοίων στα στενά του Γιβραλτάρ. Με την επέκταση των επιχειρήσεων στο σύνολο της Μεσογείου, τα κράτη-μέλη της Σύμπραξης για την Ειρήνη και του Μεσογειακού Διαλόγου συμμετείχαν στο «Active Endeavour». Γαλλία και Τουρκία ήταν αντίθετες στην υπαγωγή της Μαύρης Θάλασσας στην περίμετρο αυτής της επιχείρησης.

[27] Το GUUAM προσδιορίζει τη συμβουλευτική δομή που ιδρύθηκε το 1996 και περιλαμβάνει τη Γεωργία, την Ουκρανία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Μολδαβία και από το 1999 το Ουζμπεκιστάν. Στόχος αυτής της ομάδας είναι η εδραίωση της ανεξαρτησίας των κρατών μελών σχετικά με τη Ρωσία. Εφόσον αφορά χώρες-κλειδιά για τη μεταφορά των υδρογονανθράκων της Κασπίας, επωφελούνται της χρηματικής και πολιτικής βοήθειας των ΗΠΑ, της τουρκικής υποστήριξης και του προγράμματος TRACECA για τη άνοιξη της οικονομίας των χωρών που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ (πρόγραμμα που σήμερα έχει εγκαταλειφτεί). Παρ’ ότι μερικοί κυβερνόντες των κρατών μελών του GUUAM πρότειναν να μετατρέψουν αυτή τη συμβουλευτική δομή σε μία ένωση για την ασφάλεια της περιοχής, η πρωτοβουλία αυτή δεν προχωράει πέρα από ενεργειακά και διπλωματικά ζητήματα. Ωστόσο, οι ΗΠΑ επιθυμούν να μετατρέψουν το GUUAM σε όργανο υποπεριφερειακής συνεργασίας στηριζόμενο στη Δύση. Για τον λόγο αυτό, το GUUAM ήταν προσκεκλημένο στη συνάντηση κορυφής της Ουάσινγκτον (Απρίλιος 1999). Με την «επανάσταση των ρόδων» στη Γεωργία, τη «πορτοκαλί επανάσταση» στην Ουκρανία και τις νέες διαθέσεις της μολδάβικης εξουσίας, το GUUAM θα μπορούσε να αναζωογονηθεί. Η συνάντηση του Κισινάου 21 με 22 Απριλίου 2005 δεν κατέληξε σε μία πραγματική τομή. Ο Πρόεδρος του Ουζμπεκιστάν, Islam Karimov δεν παρευρέθηκε αυτοπροσώπως. Ας σημειωθεί ότι ενώ οι ΗΠΑ εκπροσωπούνταν στο Κισινάου, η ΕΕ όχι.

[28] Στην περίπτωση της Γεωργίας, η επιρροή της αμερικανικής πολιτικής επί των ευρωπαϊκών μελών του ΝΑΤΟ είναι αυτονόητη. Η Γεωργία είναι ιδιαίτερα σημαντική χώρα για το άνοιγμα και τη διατήρηση της ελεύθερης πρόσβασης στις ενεργειακές πηγές της Κασπίας, παρακάμπτοντας τη Ρωσία. Τα πρόσφατα εγκαίνια του πετρελαιαγωγού BTC (Μπακού–Τιφλίδα–Τσεϋχάν) υπενθυμίζει τη σημασία αυτής της τοποθεσίας. Προεκτείνοντας τη στρατιωτική βοήθεια που ξεκίνησε το 1998, το Πεντάγωνο έβαλε μπροστά ένα σχέδιο στρατιωτικής υποστήριξης Train and Equip για την εκπαίδευση των γεωργιανών στρατιωτικών μονάδων στη καταπολέμηση της τρομοκρατίας και ευρύτερα στις επιχειρησιακές μεθόδους του ΝΑΤΟ. Ένα μήνα πριν την επίσκεψη του George W. Bush στη Γεωργία, τη 10η Μαΐου 2005, το Πεντάγωνο υπέγραψε ένα νέο πρόγραμμα – Sustainment and Stability Operation – με στόχο να προετοιμάσει τον γεωργιανό στρατό στη διατήρηση της τάξης εντός του εθνικού εδάφους. Προοδευτικά, το στρατιωτικό σύστημα της Γεωργίας εξελίσσεται με γνώμονα τις νατοϊκές προδιαγραφές και εκδηλώνεται ως «παραγωγός ασφάλειας». Το 2009, έτος κατά το οποίο το πρόγραμμα Train and Equip ολοκληρώνεται, περισσότεροι από τους μισούς γεωργιανούς στρατιώτες θα έχουν επωφεληθεί από αυτήν την εκπαίδευση.

[29] Παρ’ ότι βασισμένος στη Νάπολι, ο έκτος αμερικανικός στόλος δεν εξαρτάται από τη διοίκηση αυτή του ΝΑΤΟ. Βρίσκεται υπό την αρμοστεία του αμερικανού ναυάρχου ο οποίος διοικεί τις συμμαχικές δυνάμεις της νότιας Ευρώπης από την εποχή της ίδρυσης των στρατιωτικών δομών του ΝΑΤΟ (και που σήμερα ονομάζεται Διοικητής Διακλαδική Δυνάμεων). Αυτός ο στόλος δημιουργήθηκε με βάση το USS Missouri που εισηγήθηκε ο Harry Truman το 1946 στην Ανατολική Μεσόγειο για να αντιμετωπίσει την ΕΣΣΔ. Εκείνη την εποχή, ο Στάλιν διεκδικεί τα στενά του Βοσπόρου και παρεμβαίνει στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο στηρίζοντας το κομμουνιστικό αντάρτικο. Ενώ για μία εποχή την ανταγωνίζονταν η σοβιετική Eskadra που ναυπήγησε η Μόσχα το 1964, σήμερα ο έκτος στόλος δεν έχει αντίπαλο. Αυτό το εργαλείο «προβολής ισχύος» κάνει τη Μεσόγειο «ζώνη ισχύος» των ΗΠΑ.

[30] Μέσα στη μεσογειακή λεκάνη όπως αλλού, το ΝΑΤΟ ακολουθεί τις ΗΠΑ. Με τη Συμφωνία του Αλγερίου, η Ουάσινγκτον μπορεί να αναπτύξει τις δυνάμεις της στη Ταμανρασέτ. Στις 30 Μαΐου 2005, ο πρέσβης των ΗΠΑ στο Αλγέρι ανακοίνωσε τη συμμετοχή αμερικανικών δυνάμεων σε επιχειρήσεις στην αλγερινή Σαχάρα. Στα όρια της υποσαχάριας Αφρικής οι ΗΠΑ δημιούργησαν την πρωτοβουλία Pan-Sahel.

[31] Το σύνολο του σχεδίου παρουσιάστηκε και υιοθετήθηκε στο G8 του Sea Island (Γεωργία) 8 και 9 Ιουνίου 2004, σχέδιο που ονομάστηκε «Συνεργασία για ένα κοινό μέλλον στη ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και τη Βόρεια Αφρική». Η διακήρυξη της 9ης Ιουνίου συμπεριλαμβάνει μία παράγραφο σχετικά με τον πόλεμο Ισραήλ–Παλαιστίνης και αναγνωρίζει τις δράσεις που ανέλαβε η ΕΕ (Ευρωμεσογειακή Εταιρική Σχέση). Πράγματι οι Ευρωπαίοι επιμένουν στη σημασία της Μέσης Ανατολής για την «Πολιτική Γειτονίας» και την «στρατηγική ασφάλειας». Σε ένα έγγραφο του Δεκεμβρίου 2003, ο υψηλός εκπρόσωπος της ΕΕ, ο Πρόεδρος της Κομισιόν και ο επίτροπος για τις εξωτερικές σχέσεις (Javier Solana, Romano Prodi, Chris Patten) χρησιμοποιούν μία έκφραση παρόμοια με αυτή που χρησιμοποιείται στην άλλη άκρη του Ατλαντικού: η «ευρύτερη Μέση Ανατολή» (Wider Middle East). Ο Javier Solana υπενθυμίζει ωστόσο ότι η «Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να ορίσει μία ξεχωριστεί προσέγγιση που να συμπληρώνει πραγματικά αυτή των ΗΠΑ και να εργαστεί μέσω των δικών της θεσμών και οργάνων (23 Φεβρουαρίου 2004). Παρ’ όλα αυτά οι ΗΠΑ και το σύνολο των χωρών του G8 έχουν αποφασίσει να δημιουργήσουν ένα «Βήμα διαλόγου για το μέλλον» όπου θα συμμετέχουν οι Οκτώ και οι χώρες της ευρύτερης Μέσης Ανατολής (πλην Πακιστάν). Το βήμα αυτό καλείται να γίνει μία αντίστοιχη APEC (Asia-Pacific Economic Cooperation) που κάθε χρόνο συγκεντρώνει τις παράκτιες χώρες του Ειρηνικού Ωκεανού.

[32] Η Γαλλία, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Ισπανία αποφάσισαν να μην στείλουν εκπαιδευτές σε αυτήν την «ακαδημία», που ονομάζεται επίσης «Κέντρο Αριστείας». Ο αμερικανικός στρατηγός που αναλαμβάνει την εκπαίδευση μέσα στην πολυεθνική συμμαχία είναι ταυτόχρονα διοικητής αυτού του «Κέντρου Αριστείας».


 
αρχή αρχή σελίδας
 
Αποστολή σε φίλο  Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση  Εκτύπωση
Σελίδες (1): Πρώτη << [1] >> Τελευταία
MONTHLY
REVIEW
Πραξιτέλους 29,
105 60 Αθήνα
T 210 32 14 488
F 210 32 13 578
E info[at]monthlyreview[dot]gr