MONTHLY REVIEW
ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ
Ανεξάρτητο Σοσιαλιστικό Περιοδικό
Ταυτότητα  >
Επικοινωνία  >
>
αναλυτική αναζήτηση
Περιοδικό >
»Αρχείο
»Διάθεση
»Παραγγελίες τευχών
Εκδόσεις >
Αναλύσεις και εξελίξεις >
Νέα του MR >
Σύνδεσμοι >
Θεματικό ευρετήριο >
Το δίκτυο του MR:
Αποστολή σε φίλο  Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση  Εκτύπωση
Σελίδες (1): Πρώτη << [1] >> Τελευταία
Η έκθεση της ομάδας των ειδικών για το νέο στρατηγικό δόγμα του ΝΑΤΟ – «ΝΑΤΟ 2020: σίγουρη ασφάλεια και δυναμική δέσμευση»

του JEAN-PIERRE MAULNY*
Τεύχος Νο 137
Αρχική Δημοσίευση: Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Institut des Relations Internationales et Stratégiques: http://www.iris-france.org/docs/kfm_docs/docs/2010-06-asdi2.pdf
Μετάφραση: Δημήτρης Παπαμιχαήλ
Η ομάδα των ειδικών, παραδίδοντας στις 17 Μαΐου 2010 την έκθεση για το νέο στρατηγικό δόγμα του ΝΑΤΟ, ολοκλήρωσε την πρώτη φάση της επεξεργασίας του. Θα ακολουθήσουν άλλες δύο φάσεις:
• Από τις 17 Μαΐου 2010 έως το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου θα λάβει χώρα το δεύτερο σκέλος που συνίσταται στη σύνταξη ενός προσχέδιου του στρατηγικού δόγματος υπό την ευθύνη του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Anders Fogh Rasmussen
• Από τον Σεπτέμβριο θα ξεκινήσει η διαπραγμάτευση μεταξύ των 28 κρατών-μελών, στη βάση του προσχεδίου, με σκοπό την υιοθέτηση ενός νέου στρατηγικού δόγματος τον Νοέμβριο του 2010 στη συνάντηση κορυφής του ΝΑΤΟ στη Λισσαβόνα. Αυτή η προθεσμία είχε αποφασιστεί στη συνάντηση του ΝΑΤΟ στο Στρασβούργο τον Απρίλιο του 2009.

Η ομάδα των Ειδικών αποτελούνταν από δώδεκα μέλη. Επομένως, δεν εκπροσωπούνταν το σύνολο των 28 κρατών μελών. Αυτήν την ομάδα προέδρευε η Madeleine Albright, πρώην υπουργός εξωτερικών του προέδρου Bill Clinton, στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Η ομάδα διέθετε και έναν Γάλλο ειδικό, τον Bruno Racine, πρόεδρο της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας αλλά και του Ιδρύματος για τη Στρατηγική Έρευνα (Fondation pour la Recherche Stratégique). Ο Camille Grand του ιδίου ιδρύματος ήταν επίσης μέλος της ομάδας εκπροσώπων που βοηθούσαν την ομάδα των ειδικών.

Αυτή η έκθεση δεν είχε σαν αντικείμενο να επεξεργαστεί το μελλοντικό στρατηγικό δόγμα, παρά το γεγονός ότι προσέγγισε όλα τα θέματα που αναπτύσσονται σε αυτό: ανάλυση των απειλών, των αποστολών, των μέσων δράσης και των δυνατοτήτων της Συμμαχίας (έργο, ιεράρχηση των αποστολών, συνεργασίες, σχέσεις με τη Ρωσία). Ο στόχος ήταν λοιπόν να περιοριστούν οι δυσκολίες που απορρέουν από τις διαφορετικές απόψεις επί των θεμάτων αυτών. Μία παρόμοια διαδικασία χρησιμοποιήθηκε το 1967 στο ΝΑΤΟ με τη έκθεση Harmel.

Ο σκοπός της ανάλυσής μας είναι να σχολιάσουμε την έκθεση και να εκφράσουμε ενδεχόμενες παρατηρήσεις και κριτικές.

1. Ανάλυση των απειλών

Η ανάλυση των απειλών που κάνει το ΝΑΤΟ είναι αποτέλεσμα μίας ανάλυσης της διεθνούς συγκυρίας που χωρίζεται σε δύο μέρη: τις παγκόσμιες και τις περιφερειακές τάσεις καθώς και την ταυτοποίηση κάποιων παραγόντων. Αυτές οι τάσεις και αυτοί οι παράγοντες οδηγούν σε μία συμπερασματική έκθεση. Για την επεξεργασία της ανάλυσης των απειλών, οι εισηγητές επωφελήθηκαν εκτός της συμβουλής αρκετών εμπειρογνωμόνων, από την έρευνα Multiple Future Projects που διενεργήθηκε από τη Συμμαχική Διοίκηση για το Μετασχηματισμό (Allied Command Transformation – ACT) του ΝΑΤΟ.

Οι επτά παράγοντες κινδύνων που εντοπίστηκαν είναι οι εξής:
• Η εξάπλωση πυρηνικών όπλων και όπλων μαζικής καταστροφής.
• Οι φιλοδοξίες των διεθνών τρομοκρατικών οργανώσεων.
• Η επιμονή των περιφερειακών, εθνοτικού και θρησκευτικού τύπου ανταγωνισμών με διαβρωτικό χαρακτήρα.
• Η αυξανόμενη εξάρτηση του κόσμου στα εν δυνάμει ευάλωτα συστήματα πληροφορικής.
• Ο ανταγωνισμός για το πετρέλαιο και άλλες στρατηγικές πηγές (εξού και η σημασία που δίνεται στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας).
• Η δημογραφική εξέλιξη, που θα μπορούσε να εντείνει παγκόσμια προβλήματα όπως η φτώχεια, η πείνα, η παράνομη μετανάστευση και οι επιδημίες.
• Η συσσώρευση των επιπτώσεων της περιβαλλοντικής φθοράς και της κλιματικής αλλαγής.

Διαπιστώνουμε άρα ότι μεταξύ αυτών των παραγόντων, είναι κάποιοι που μπορούν να αποκαλεστούν καθ’ εαυτές απειλές (π.χ. η εξάπλωση όπλων μαζικής καταστροφής) ενώ –όπως άλλωστε και στα περισσότερα κείμενα στρατηγικής ανάλυσης– λείπει πάντοτε η ανάλυση των αιτιακών σχέσεων που οδηγούν στην ανάδειξη αυτών των απειλών: τι προκαλεί την εξάπλωση, την τρομοκρατία, την κλιματική αλλαγή; Όπως και άλλες στρατηγικές αναλύσεις, η έκθεση των Ειδικών διαπιστώνει επίσης την ανάπτυξη νέων απειλών όπως η πειρατεία ή οι επιθέσεις μέσω διαδικτύου. Σε γενικές γραμμές, η ανάλυση είναι συναφής με αυτήν που μπορούμε να βρούμε στην ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας με την επιμονή των περιφερειακών συγκρούσεων και τον κίνδυνο που παρουσιάζουν τα αποτυχημένα κράτη για την εγκατάσταση τρομοκρατικών πυρήνων.

Το τέλος αυτής της ανάλυσης επικεντρώνεται στους κινδύνους που διατρέχουν τα κράτη με τα οποία η Συμμαχία έχει συνάψει συνεργασίες. Καταλήγει στα εξής συμπεράσματα:
• «Μία συμβατική επίθεση εναντίον της Συμμαχίας είναι απίθανη χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί πλήρως αυτό το ενδεχόμενο».
• «Τρεις απειλές διακρίνονται χαρακτηριστικά: η βαλλιστική επίθεση, οι συνεχιζόμενες επιθέσεις διεθνών τρομοκρατικών ομάδων, ο κυβερνοπόλεμος μεταβαλλόμενης έντασης».

Μπορούμε να ασκήσουμε κριτική στα συμπεράσματα που παραδίδονται μέσα στην έκθεση. Πράγματι, συγχέεται αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε σκόπιμη και μη σκόπιμη απειλή. Προφανώς το συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο η συμβατική απειλή είναι απίθανη αφορά τη Ρωσία, παρά το γεγονός ότι η χώρα αυτή διαθέτει βαλλιστικούς, πυρηνικούς και συμβατικούς, πυραύλους. Αυτό που κρίνεται λοιπόν είναι η σκοπιμότητα της Ρωσίας να απειλήσει κάποια χώρα του ΝΑΤΟ και όχι οι στρατιωτικές της δυνατότητες. Μπορούμε επίσης να προσθέσουμε ότι δεν είναι σίγουρο εάν οι χώρες της κεντρικής Ευρώπης και της Βαλτικής μοιράζονται αυτήν την ανάλυση.

Αντιθέτως, είναι πολύ πιθανό η απειλή της βαλλιστικής επίθεσης να αφορά το Ιράν ή κάποια άλλη χώρα της Μέσης Ανατολής. Σε αυτήν την περίπτωση, η παρουσία ενός στρατιωτικού οπλοστασίου στο παρόν ή στο μέλλον αποτελεί από μόνη της απειλή και δεν κρίνεται η σκοπιμότητα του Ιράν να απειλήσει χώρες του ΝΑΤΟ. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι εάν οι χώρες του ΝΑΤΟ απειλούνται από μία βαλλιστική επίθεση, υπάρχει μία πραγματική συμβατική απειλή με την έννοια ότι είναι στρατιωτική και στοχοποιεί το έδαφος των χωρών του ΝΑΤΟ: αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα ότι μία συμβατική απειλή είναι απίθανη.

Περισσότερο από ποτέ, φαίνεται επομένως απαραίτητη μία σοβαρή ανάλυση –δηλαδή πολιτικο-στρατιωτική και βασισμένη πάνω σε αξιόπιστες υποθέσεις– της πυρηνικής και συμβατικής βαλλιστικής απειλής που υπόκεινται οι χώρες του ΝΑΤΟ. Αυτή η ανάλυση είχε άλλωστε ζητηθεί πριν ερευνηθούν οι πιθανότητες του ΝΑΤΟ να αναπτύξει μία εδαφική αντιπυραυλική ασπίδα.

2. Η σημασία που δίνεται στη συλλογική άμυνα και στις υπόλοιπες αποστολές του ΝΑΤΟ

Η έκθεση υπενθυμίζει την πρώτη αποστολή της συμμαχίας: τη συλλογική άμυνα. Αυτό το σημείο υπογραμμίζεται στη σύνθεση των πορισμάτων: «Επιβεβαίωση της θεμελιώδους δέσμευσης του ΝΑΤΟ: η συλλογική άμυνα» [1]. Η συλλογική άμυνα παρουσιάζεται επίσης σαν μία εκ των τεσσάρων κεντρικών αποστολών της συμμαχίας [2]. Στο πέμπτο κεφάλαιο, αφιερωμένο στις στρατιωτικές δυνατότητες, μία από τις προτροπές για τη συμβατική άμυνα είναι ότι θα πρέπει «να διασφαλίσουμε τη δέσμευσή μας στο όνομα του άρθρου 5» [3].

Αυτή η επιβεβαίωση της προτεραιότητας της συλλογικής άμυνας αποβλέπει στον καθησυχασμό των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που ήταν ανήσυχες για την επανεμφάνιση της ρωσικής απειλής μετά το επεισόδιο της Γεωργίας τον Αύγουστο του 2008. Πρέπει να σημειωθεί άλλωστε ότι οι ειδικοί εντάσσουν στο πεδίο του άρθρου 5 τη μη-στρατιωτική απειλή που αποτελεί ο κυβερνοπόλεμος [4]. Απόδειξη ήταν οι κυβερνοεπιθέσεις που υπέστησαν οι διακομιστές στην Εσθονία τον Ιανουάριο του 2007 και για τον οποίο υποπτεύονται τη Ρωσία.

Ωστόσο, το σύνολο του κειμένου δημιουργεί αμφιβολίες για το εάν η κυριότητα του άρθρου 5 που υποδεικνύουν οι εισηγητές είναι πραγματική. Καταρχάς, η έκθεση δεν παραλείπει να αναφερθεί σε άλλες αποστολές της Συμμαχίας που μπορεί να έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 5. Πράγματι, δεν υπάρχει πραγματική προτεραιότητα στις αποστολές και η συλλογική άμυνα μπορεί να ανταγωνίζεται με τις άλλες τρεις αποστολές που παρουσιάζονται στο κεφάλαιο 2 της έκθεσης. Οι αποστολές αυτές είναι οι εξής:
• «Συμμετοχή στην ευρύτερη ασφάλεια της ευρω-ατλαντικής περιφέρειας», πράγμα που μπορεί να τεκμηριώνει και να νομιμοποιεί επιχειρήσεις στις εγγύς περιοχές της ζώνης του ΝΑΤΟ.
• «Εξυπηρέτηση σαν μέσο οργάνωσης διαβουλεύσεων για την ασφάλεια και τη διαχείριση των κρίσεων για το σύνολο των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Συμμαχία». Ακόμη και αν το προνομιακό μέσο διαβουλεύσεων για την ασφάλεια είναι αυτό που προβλέπεται από το άρθρο 4 της Συνθήκης και αν η «σφαιρική» αντίληψη της Συμμαχίας οικοδομείται χάρις τη σύμπραξη συνεργασιών, η ανάπτυξη αυτής της αποστολής μπορεί να θέση υπό αμφισβήτηση την κυριότητα του άρθρου 5, καθώς μπορεί να εκφραστεί με την ανάπτυξη ειρηνευτικών επιχειρήσεων.

Σε αυτήν την παρατήρηση πρέπει να προστεθεί ότι εάν η Ρωσία είναι εμμέσως η αιτία για την επιβεβαίωση της κυριότητας της συλλογικής άμυνας, αποτελεί ταυτόχρονα και έναν από τους βασικούς άξονες ανάπτυξης συνεργασιών για το ΝΑΤΟ, που υπερασπίζεται η έκθεση όσον αφορά την πρόληψη των κινδύνων που απαιτούν διαβουλεύσεις στη βάση του άρθρου 4.

Μία μορφή αντίθεσης μεταξύ των δύο αποστολών μεταφράζεται στο επίπεδο των επιχειρησιακών εξοπλισμών και ζητείται «να εκμεταλλευτούμε τα κοινά σημεία μεταξύ του άρθρου 5 και των ειρηνευτικών αποστολών» [5].

Στο τέλος, οι εισηγητές προσπάθησαν να συμβιβάσουν την ανάγκη επιβεβαίωσης της συλλογικής άμυνας με τη διαπίστωση ότι η ασφάλεια των χωρών της Συμμαχίας δεν βρίσκεται απαραίτητα στα σύνορά τους και μπορεί να λάβει άλλες μορφές από τη στρατιωτική απειλή. Η έκθεση δεν αποφασίζει πραγματικά ποια είναι η προτεραιότητα πράγμα που συνεπάγεται διαμάχες στην εφαρμογή της, τόσο στο επίπεδο του τύπου των δυνάμεων που πρέπει να αναπτυχθούν, όσο και στη φύση των σχέσεων που θα επισυνάψει με τη Ρωσία.

3. Η πολιτική της ανοικτής πόρτας και οι συνεργασίες

3.1. Γενική πολιτική των συνεργασιών και πολιτική της ανοικτής πόρτας

Η πολιτική της ανοικτής πόρτας επιβεβαιώθηκε στην έκθεση της ομάδας των ειδικών. Είναι ένα από τα σημεία που βρίσκεται στις συστάσεις του 4ου κεφαλαίου, αφιερωμένες στα πολιτικά και οργανωτικά θέματα. Αυτή η πολιτική της ανοικτής πόρτας βασίζεται στο άρθρο 10 της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού. Η έκθεση υπενθυμίζει ταυτόχρονα ότι από το 1995 η διαδικασία διεύρυνσης εξαρτάται από έξι αρχές:
1. Το σεβασμό των δημοκρατικών αξιών και την πλήρη υποστήριξη της πολιτικής οπτικής του ΝΑΤΟ εκ μέρους των υποψήφιων χωρών.
2. Την απαρχή των αναγκαίων στρατιωτικών μεταρρυθμίσεων εναρμόνισης με τους κανονισμούς του ΝΑΤΟ στα θέματα επαγγελματισμού και για την εξασφάλιση του πολιτικού ελέγχου των στρατιωτικών δυνάμεων.
3. Την ίση μεταχείριση των μειονοτικών πληθυσμών.
4. Την ειρηνική επίλυση των εσωτερικών και διεθνών διαφορών.
5. Την εσωτερική υποστήριξη για την ένταξη στο ΝΑΤΟ.
6. Τη γενική ικανότητα της υποψήφιας χώρας να συμμετέχει στην ασφάλεια της Συμμαχίας και του ευρω-ατλαντικού χώρου.

Αυτή η υπενθύμιση της πολιτικής της ανοικτής πόρτας βρίσκεται στα πλαίσια της συγκυρίας όπου η ένταξη της Γεωργίας και της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ εκλαμβάνονταν αρνητικά στη Ρωσία, ειδικά μετά τον πόλεμο της Γεωργίας το 2008. Για την Ουκρανία, η ένταξη του ΝΑΤΟ δεν βρίσκεται μέσα στους στόχους της κυβέρνησης μετά την εκλογή του προέδρου Victor Ianoukovitch. Τα πράγματα δεν είναι τα ίδια όσον αφορά τη Γεωργία.

Εάν η επιβεβαίωση της πολιτικής της ανοικτής πόρτας αναπτύσσεται σε μισή σελίδα, αναφορικά με τα οργανωτικά θέματα, οι συνεργασίες αποτελούν το θέμα ενός ολόκληρου κεφαλαίου εννέα σελίδων της έκθεσης. Μπορούμε φυσικά να θεωρήσουμε ότι η διεύρυνση της Συμμαχίας και η διεύρυνση των συνεργασιών δεν είναι το ίδιο πράγμα. Παρ’ όλα αυτά αυτές οι δύο μορφές σχέσεων με τις χώρες εκτός ΝΑΤΟ επηρεάζουν τόσο την ασφάλεια των χωρών μελών όσο και την ασφάλεια των μη-μελών.

Μέχρι σήμερα η πολιτική των συνεργασιών της Συμμαχίας δεν έχει αποσαφηνιστεί. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι συνεργασίες αποτελούσαν ουσιαστικά για τα μελλοντικά μέλη προθάλαμο για την είσοδο στο ΝΑΤΟ. Πράγματι, πριν γίνουν μέλη του ΝΑΤΟ, τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης αποτέλεσαν το επίκεντρο των σχέσεων συνεργασίας του ΝΑΤΟ.

Έκτοτε, ένας αριθμός των συνεργασιών αυξήθηκε: ο Μεσογειακός διάλογος με τις χώρες του Μαγκρέμπ και το Ισραήλ, η Πρωτοβουλία συνεργασίας της Κωνσταντινούπολης με τις χώρες του Κόλπου, η συνεργασία με τη Ρωσία. Αυτές οι κινήσεις έλαβαν χώρα ταυτόχρονα με πιο «ιστορικές» συνεργασίες για την ειρήνη και το Ευρω-Ατλαντικό Συμβούλιο Σύμπραξης (Euro-Atlantic Partnership Council). Επιπλέον, υπάρχουν ανεπίσημες συνεργασίες με τις χώρες που μοιράζονται κοινές ανησυχίες για την άμυνά τους με το ΝΑΤΟ, και κυρίως με όσες συμμετέχουν στρατιωτικά στις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όπως η Κορέα, η Ιαπωνία και η Αυστραλία που απέστειλαν περισσότερους ανθρώπους στο Αφγανιστάν απ’ ότι σε πολλές χώρες του ΝΑΤΟ.

Η έκθεση συνιστά την ανάπτυξη αυτών των συνεργασιών εξορθολογώντας τη διαδικασία: οι εισηγητές συμφωνούν με «την απόφαση του Βόρειο-Ατλαντικού Συμβουλίου να δημιουργήσει μία μοναδική επιτροπή διαχείρισης του συνόλου των συνεργασιών» ενώ «αναγνώρισε ότι οι συνεργασίες της Συμμαχίας έχουν διαφορετικές αποστολές και απαντούν σε ξεχωριστές προσδοκίες». Κυρίως όμως οι εισηγητές τονίζουν ότι η Συμμαχία μπορεί να ενισχυθεί με τη συμμετοχή χωρών που δεν είναι μέλη της. Έτσι υπογραμμίζουν ότι «η δεύτερη γενιά συνεργασιών επέτρεψε την ανίχνευση νέων δυνατοτήτων για αποστολές όπως αυτές των Βαλκανίων και του Αφγανιστάν» [6].

Συνηγορώντας υπέρ των συνεργασιών, οι εισηγητές δείχνουν να σχεδιάζεται μία μείζονα εξέλιξη της Συμμαχίας που παρουσιάζει τρία πλεονεκτήματα:
• Μπροστά στις κριτικές που δέχθηκαν οι προτάσεις ενός «σφαιρικού ΝΑΤΟ» ή του «παγκόσμιου χωροφύλακα», μία πολιτική εκτενών συνεργασιών είναι πιο εύκολα αποδεκτή από μερικές χώρες εντός, όπως π.χ. η Γαλλία, και εκτός της Συμμαχίας: το ΝΑΤΟ, κατεξοχήν αμυντική συμμαχία, γίνεται μία συμμαχία για την οργάνωση της συλλογικής άμυνας, πιο αποδεκτή για χώρες που μπορεί να θεωρήσουν ότι αυτή η αμυντική συμμαχία είναι δυνητική απειλή (μεταξύ άλλων η Ρωσία).
• Οι συνεργασίες επιτρέπουν να πολλαπλασιαστούν οι δυνατότητες της Συμμαχίας μέσα στις επιχειρήσεις που απορρέουν από το άρθρο 4 της Συνθήκης. Με αυτήν την κατεύθυνση η ανάπτυξη των συνεργασιών κάνει πιο σχετική την προτεραιότητα του άρθρου 5 για τη συλλογική άμυνα.
• Τέλος, μπορούμε να αναρωτηθούμε εάν οι συνεργασίες δεν αποτελούν στην πραγματικότητα μία «σιωπηλή» εναλλακτική στην πολιτική της ανοικτής πόρτας. Ακόμη και αν αυτό δεν αναφέρεται πουθενά, μπορούμε να συλλογιστούμε ότι μέσα στο πνεύμα κάποιων χωρών, μία δυναμική συνεργασία με τη Γεωργία θα ήταν η εναλλακτική λύση στην ένταξη της χώρας αυτής στο ΝΑΤΟ. Επιπλέον, θα είναι οπωσδήποτε δύσκολο για τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης και της Βαλτικής, που είναι οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της προτεραιότητας της αμυντικής αποστολής και της πολιτικής της ανοικτής πόρτας να αντιτεθούν στην πολιτική ανάπτυξης συνεργασιών.

Μεταξύ αυτών των συνεργασιών, τρεις χρήζουν ιδιαίτερης σημασίας και αυτό για συγκεκριμένους λόγους: οι συνεργασίες με τη Ρωσία, η συνεργασία με τον ΟΗΕ και η συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

3.2. Οι ειδικές συνεργασίες


3.2.1. Η ειδική συνεργασία με τη Ρωσία

Εδώ το ζήτημα είναι να βρεθεί συμβιβασμός, καθώς από τη μία πλευρά είναι απαραίτητη η συνεργασία λόγω των κοινών αμυντικών συμφερόντων (τρομοκρατία, Αφγανιστάν κτλ.), αλλά από την άλλη πλευρά η χώρα αυτή θεωρείται δυνητική απειλή εξαιτίας της συμπεριφοράς της σε κάποια ζητήματα όπως η γεωργιανή κρίση, οι κυβερνοεπιθέσεις, η πολιτική εκβιασμού στο θέμα του ενεργειακού ανεφοδιασμού. Οι εισηγητές διαπιστώνουν περιληπτικά το εξής: η Ρωσία είναι χρήσιμος συνεργάτης στη βάση του άρθρου 4 και δυνητική απειλή στη βάση του άρθρου 5 της Συνθήκης. Η συνεργασία θεωρείται λοιπόν σαν ένα μέσω για να αποφευχθεί η επανεμφάνιση της ρωσικής απειλής και οι εισηγητές περιμένουν πολλά από την τρέχουσα ανάλυση των κοινών απειλών και των προκλήσεων Ρωσίας και ΝΑΤΟ, έτσι ώστε να ενισχυθεί αυτή η συνεργασία και να περιοριστούν τα θέματα απόκλισής τους.

3.2.2. Η συνεργασία με τον ΟΗΕ

Ένα από τα θετικά στοιχεία αυτής τη έκθεσης είναι ότι εγκαταλείπει την αντίληψη της «σφαιρικής συμμαχίας» προς όφελος μίας πιο συνεργατικής μεθόδου διαχείρισης των διεθνών κρίσεων με τους διεθνείς οργανισμούς. Αυτή η φιλοσοφία αναπτύσσεται στην εισαγωγική παράγραφο του κεφαλαίου για τις συνεργασίες [7]. Όπως είναι φυσικό, η πιο σημαντική συνεργασία όσον αφορά την Οργάνωση είναι αυτή με τα Ηνωμένα Έθνη αφού αποτελούν και το διεθνές σύστημα ασφάλειας. Στο τελευταίο στρατηγικό δόγμα του 1999, το ερώτημα της σχέσης με τον ΟΗΕ ήταν σημαντικό διακύβευμα, κυρίως επειδή οι Αμερικανοί υποστηρίζουν την παρέμβαση του ΝΑΤΟ δίχως εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Χωρίς να φτάνει σε αυτό το σημείο, το κείμενο που υιοθετήθηκε συναινετικά, κυρίως υπό την πίεση της Γαλλίας, ήταν περισσότερο ασαφές, όπως φάνηκε και στην παρέμβαση του ΝΑΤΟ στο Κόσσοβο που ξεκίνησε την ημέρα που υιοθετήθηκε το στρατηγικό δόγμα του 1999. Στην έκθεση της επιτροπής των ειδικών, η προσέγγιση είναι διαφορετική: τοποθετείται υπέρ ενός καταμερισμού των καθηκόντων μεταξύ των δύο θεσμών. Ωστόσο οι ειδικοί περιγράφουν τον ΟΗΕ σαν μία οργάνωση που εργάζεται «επί της ανοικοδόμησης, της ανάπτυξης και της ενίσχυσης της διακυβέρνησης». Η αντιμετώπιση του ΟΗΕ σαν ένα πολιτικό γραφείο ανάπτυξης και όχι σαν τον prima inter pares οργανισμό της διεθνούς ασφάλειας θα μπορούσε να οδηγήσει στην αμφισβήτηση της χρήσης στρατιωτικής ισχύος εκ μέρους του και να ανοίξει το ζήτημα της καθοδήγησης και του συντονισμού των επιχειρήσεων. Παρά το γεγονός ότι οι ειδικοί αναγνωρίζουν ότι το ΝΑΤΟ δεν προορίζεται να λάβει συστηματικά αρχηγικό ρόλο, μία απαξιωτική αντιμετώπιση του ΟΗΕ θα μπορούσε επί του πρακτέου να οδηγήσει στην ίδια κατάσταση. Παραμένει το γεγονός ότι η ισχύς του ΝΑΤΟ απορρέει από την αδυναμία του ΟΗΕ, όπως αύτη διαπιστώθηκε στο Αφγανιστάν.

3.2.3. Η συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Είναι ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για το νέο στρατηγικό δόγμα, ειδικά για την Γαλλία. Ένα από τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκε το 2009 δικαιολογώντας την επιστροφή της Γαλλίας στην ενταγμένη στρατιωτική διοίκηση του ΝΑΤΟ ήταν η ελπίδα ότι αυτή η επιστροφή θα επέτρεπε την πρόοδο της Κοινής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας (ΚΠΑΑ) της ΕΕ. Εάν η έκθεση του ΝΑΤΟ στην ΕΕ δεν αποτελεί από μόνη της μία περίληψη του που θα μπορούσε να διαδραματίσει η ΚΕΠΠΑ μέσα στα επόμενα χρόνια, τουλάχιστον θα επηρεάσει αυτήν την τελευταία. Το ερώτημα δεν είναι απλό. Στα μέτωπα, και ειδικά στο Αφγανιστάν, διαπιστώνουμε ότι πολλοί διεθνείς οργανισμοί παρεμβαίνουν ταυτόχρονα, πράγμα που καθιστά αναγκαίο το συντονισμό των δυνάμεων, εάν όχι την εγκαθίδρυση ενός κοινού σχεδιασμού από μία πολιτικό-στρατιωτική οπτική.

Σήμερα, η προβληματική των σχέσεων μεταξύ ΝΑΤΟ και ΕΕ παρουσιάζεται από τρεις οπτικές γωνίες:
• Καταρχάς, 21 από τα 28 μέλη του ΝΑΤΟ είναι και μέλη της ΕΕ. Τίθεται ήδη σε αυτό το σημείο το ερώτημα της άρθρωσης μεταξύ της διαδικασίας στρατηγικού σχεδιασμού του ΝΑΤΟ που μόλις τροπολογήθηκε και της διαδικασίας σχεδιασμού της ΕΕ, τα «headlines goals 2010».
• Στα μέτωπα, ο συντονισμός ΕΕ και ΝΑΤΟ λειτουργεί άσχημα σήμερα όπως το αναγνωρίζει όλος ο κόσμος, και διάφορα προβλήματα, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με την εφαρμογή των συμφωνιών Berlin plus που επιτρέπουν στην ΕΕ να έχει πρόσβαση στις δομές σχεδιασμού του ΝΑΤΟ, δεν οφείλονται αποκλειστικά στις διαφορές μεταξύ Κύπρου και Τουρκίας που δηλητηριάζουν τις ευρω-τουρκικές σχέσεις καθώς και τις σχέσεις ΝΑΤΟ-ΕΕ.
• Το ΝΑΤΟ δεν διαθέτει καθαρά πολιτικές δυνατότητες ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η πιο προχωρημένη διεθνείς οργάνωση στην ανάπτυξη της έννοιας των πολιτικών δυνατοτήτων για την στήριξη στρατιωτικών επιχειρήσεων. Σήμερα, τα δύο τρίτα των επιχειρήσεων της ΕΕ που ξεκίνησαν μετά το 2003 καθώς και η διακήρυξη για τις επιχειρήσεις της ΚΠΑΑ αφορούν κατά κύριο λόγο πολιτικές επιχειρήσεις. Πώς μπορεί να οργανωθεί η συμπληρωματικότητα των δύο οργανισμών σε μία σφαιρική προσέγγιση χωρίς ωστόσο μία από τις δύο οργανώσεις να εξαφανιστεί μπροστά στο μέγεθος της άλλης; Το ερώτημα είναι δύσκολο και οι ειδικοί απέφυγαν να δώσουν μία συγκεκριμένη απάντηση. Ο στόχος έχει καθοριστεί αλλά τα κράτη-μέλη είναι αυτά που θα βρούνε την λύση. Έτσι, οι Ειδικοί καταλήγουν στο εξής συμπέρασμα: «Πολλές καταστάσεις θα απαιτήσουν μία απάντηση που θα λάβει την μορφή χρήσης βίας και εξαναγκασμού: το ΝΑΤΟ, η ΕΕ και άλλοι ακόμη οργανισμοί θα έπρεπε να χρησιμοποιούν το δυναμικό που τους προσφέρει μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία για να βρίσκουν λύσεις. Συνεπώς, το ΝΑΤΟ θα έπρεπε να αναζητεί συνεννόηση με τους ηγέτες της ΕΕ ώστε να καταλήξουν σε ένα σύστημα που θα επιτρέπει τη συχνή συμμετοχή σε κοινές συναντήσεις, την ενίσχυση της επικοινωνίας μεταξύ των επιτελείων στρατού, την εντατικοποίηση του συντονισμού στους τομείς της διαχείρισης των κρίσεων, αξιολόγησης των απειλών και καταμερισμού των μέσων» [8].

Αυτό το ερώτημα της συνεργασίας με την ΕΕ ανοίγει ένα άλλο θέμα: όσον αφορά τη σφαιρική προσέγγιση μίας επιχείρησης (δηλαδή το συνδυασμό πολιτικού και στρατιωτικού δυναμικού). Με άλλα λόγια τίθεται το ζήτημα του πολιτικού δυναμικού που θα μπορούσε να συμπληρώσει τις στρατιωτικές δυνατότητες του ΝΑΤΟ και του σχεδιασμού των πολιτικό-στρατιωτικών επιχειρήσεων που θα μπορούσαν να ηγηθούν το ΝΑΤΟ ή άλλοι οργανισμοί.


4. Η σφαιρική προσέγγιση


Σε αυτό το επίπεδο η προσπάθεια ανεύρεσης μίας συναίνεσης δεν είναι σαφής. Οι εκθέτες εγκρίνουν το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ δεν θα δημιουργήσει πολιτικές δομές, εξέλιξη στην οποία αντιτίθενται χώρες όπως η Γαλλία. Οι Ειδικοί υπενθυμίζουν ότι η εγκυρότητα όσων υποστηρίζονταν στην Περιεκτική οδηγία πολιτικής (Comprehensive political guidance) της Συμμαχίας το 2006: «το ΝΑΤΟ δεν έχει ανάγκη να αναπτύξει δομές με αυστηρώς πολιτικό προσδιορισμό» αφού για αυτά τα ζητήματα στηρίζεται στους συνεργάτες του. Ωστόσο, η ανάγκη καθοδήγησης υπό καλές συνθήκες των πολιτικό-στρατιωτικών επιχειρήσεων οδηγεί τους Ειδικούς να καταλήξουν σε τρεις προτάσεις για την απόκτηση αρμοδιοτήτων σε αυτόν τον τομέα:
• Την εγκαθίδρυση μνημονίων συνεννόησης με τους μεγάλους διεθνείς οργανισμούς και τις ΜΚΟ.
• Την απογραφή των πολιτικών δομών των χωρών εντός και εκτός του ΝΑΤΟ στη διαδικασία σχεδιασμού της άμυνας.
• Την ονομασία ενός σώματος πολιτικών εμπειρογνωμόνων εκ μέρους των χωρών-μελών, προετοιμασμένους για ταχείς αποστολές εάν το εντεταλμένο προσωπικό των συνεργατών δεν είναι διαθέσιμο.

Στην πραγματικότητα, η σφαιρική προσέγγιση θέτει το ευρύτερο πρόβλημα της καθοδήγησης των πολιτικό-στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ωστόσο δεν είναι τεχνικό πρόβλημα διοίκησης: είναι πολιτικό πρόβλημα. Η πολιτική ανάλυση μίας κρίσης και οι πολιτικοί στόχοι εξόδου από την κρίση είναι που προσδιορίζουν τον πολιτικό-στρατιωτικό σχεδιασμό, και μπορούμε κάλλιστα να φανταστούμε ότι οι διάφοροι θεσμοί που εμπλέκονται σε μία επιχείρηση έχουν διαφορετικές βλέψεις όσον αφορά τους πολιτικούς στόχους και τα διατιθέμενα μέσα (π.χ.: η υποτίμηση του στόχου της ανοικοδόμησης και των μέσων για την εξασφάλισή της στο Αφγανιστάν το 2001). Μπορούμε να φανταστούμε τη δημιουργία μίας κυψέλης κατάλληλου σχεδιασμού που θα καλύπτει την ανάγκη ενταγμένου πολιτικού και στρατιωτικού σχεδιασμού όπου όλοι οι θεσμοί που συνεργάζονται (ΕΕ και ΟΗΕ μεταξύ άλλων) θα αντιπροσωπεύονται. Ωστόσο για να γίνει χρειάζεται κοινούς πολιτικούς στόχους σε μία επιχείρηση και ταυτόχρονα τη δυνατότητα να μοιράζονται τα ίδια τεχνικά μέσα σχεδιασμού. Αυτή είναι η λύση που δείχνουν να προτιμούν οι Ειδικοί αλλά η διατύπωση της παραμένει ασαφής. Ωστόσο η ανάγκη ένταξης των πολιτικών και στρατιωτικών μέσων απαιτεί την πλήρη ένταξη του σχεδιασμού των μέσων αυτών. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρόταση των Ειδικών να δημιουργήσουν μία μικρή κυψέλη πολιτικού σχεδιασμού μέσα στο ΝΑΤΟ τεκμηριώνει από την αντίθετη πλευρά το αίτημα που υπέβαλλαν εδώ και καιρό κάποιες χώρες της ΕΕ για να δημιουργήσουν μία μικρή κυψέλη στρατιωτικού σχεδιασμού μέσα στην ΕΕ (αυτό είναι που κάποιοι αποκαλούν «χρήσιμες αντιγραφές»).

Το άλλο πιθανό μοντέλο θα ήταν η συγκέντρωση του σχεδιασμού στο ΝΑΤΟ, με τους υπόλοιπους θεσμούς, μεταξύ αυτών και την ΕΕ να συνεισφέρουν με το πολιτικό τους δυναμικό σε επιχειρήσεις που θα σχεδιάζει το ΝΑΤΟ (σε αυτήν την περίπτωση η ΕΕ θα μπορούσε να συνεισφέρει με τις δυνατότητες πολιτικού σχεδιασμού που διαθέτει). Το μοντέλο αυτό ονομάζεται «αντίστροφο Berlin plus» και απορρίπτεται πάντα από τη Γαλλία.


5. Οι δυνάμεις και οι δυνατότητες της Συμμαχίας

5.1. Οι στρατιωτικές αποστολές της Συμμαχίας

Στην εισαγωγή τους για τις δυνάμεις και τις στρατιωτικές δυνατότητες της Συμμαχίας, οι Ειδικοί υπενθυμίζουν τις τέσσερις θεμελιώδεις αποστολές που παρουσιάζονται δεύτερο κεφάλαιο της έκθεσης:
• Την εγγύηση της συλλογικής άμυνας στη βάση του άρθρου 5.
• Τη συνεργασία με χώρες και πολιτικούς θεσμούς για την υπεράσπιση της γεωγραφικής ζώνης απέναντι σε μία σειρά προκλήσεων για την ασφάλειά της.
• Την ανάπτυξη και τη διατήρηση εκστρατευτικών δυνάμεων.
• Τη συνδρομή στην οικοδόμηση ενός περιβάλλοντος διεθνούς ασφάλειας όσο το δυνατόν πιο σταθερό και πιο ειρηνικό για την ενίσχυση των συνεργασιών όσον αφορά της στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Αυτές οι τέσσερις αποστολές οδηγούν τους εκθέτες να ζητούν «να σταματήσουν να μειώνονται οι δαπάνες για την εθνική άμυνα». Υπενθυμίζουν επίσης ότι μόνο έξι χώρες του ΝΑΤΟ αφιερώνουν το 2% του ΑΕΠ στην άμυνα και δείχνουν να καλύπτουν τις δαπάνες τους. Θεωρητικά επιθυμητή, αυτή η σύσταση κινδυνεύει να μην φανεί ρεαλιστική δεδομένης της οικονομικής κατάστασης των χωρών της ΕΕ. Μία από τις ερωτήσεις που θα τεθεί εν κατακλείδι της σύνταξης του νέου στρατηγικού δόγματος είναι ο ορισμός της στρατιωτικής φιλοδοξίας της συμμαχίας, δηλαδή το επιχειρησιακό συμβόλαιο. Σήμερα, ο καθορισμένος στόχος –η δυνατότητα διεξαγωγής δύο μειζόνων και έξι ησσόνων επιχειρήσεων– είναι ήδη εκτός των δυνατοτήτων των κρατών μελών. Μπορούμε άρα να εκφράσουμε το φόβο ότι το στρατηγικό δόγμα δεν θα καθορίζει στόχους οι οποίοι θα μπορούν να καλυφτούν και το ερώτημα είναι περισσότερο πώς να επαναπροσδιοριστούν λογικοί στόχοι για τη Συμμαχία και να προωθηθεί μία συγκροτημένη διαχείριση της μείωσης των στρατιωτικών δαπανών την οποία θα γνωρίσουμε τα επόμενα χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης.

5.2. Οι πυρηνικές δυνάμεις και ο αφοπλισμός

Οι εισηγητές υπενθυμίζουν την ανάγκη «να διατηρηθεί ο πυρηνικός παράγοντας στη στρατηγική της αποτροπής – στο ελάχιστο που απαιτεί η ασφάλεια της στιγμής». Αυτή η δήλωση απαντά στις ανησυχίες της Γαλλίας.

Όσον αφορά τον αφοπλισμό, οι Ειδικοί ανοίγουν έναν διάλογο μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ για «τις βλέψεις, τις αντιλήψεις, τα δόγματα και τη διαφάνεια στον τομέα των πυρηνικών. Αυτές οι συνομιλίες θα έπρεπε να συνεισφέρουν στις περαιτέρω μειώσεις και τελικά, στην ενδεχόμενη εξάλειψη κάθε τύπου στρατηγικών πυρηνικών όπλων». Είναι το ζήτημα των διαπραγματεύσεων για την κατάργηση των τακτικών πυρηνικών. Το θέμα αφορά το ΝΑΤΟ καθώς 180 όπλα έχουν αναπτυχθεί σήμερα σε πολλές χώρες μέλη. Ωστόσο, μπορούμε να συλλογιστούμε ότι η καρδιά μίας τέτοιας διαπραγμάτευσης θα είναι αμερικανό-ρωσική (έχοντας υπόψη ότι οι Ρώσοι είναι μέχρι στιγμής αντίθετοι σε μία τέτοια διαπραγμάτευση).

Τέλος, οι Ειδικοί προτείνουν το ΝΑΤΟ να εντάξει τη νέα στάση πυρηνικής άμυνας των ΗΠΑ εγκρίνοντας «την πολιτική της μη-χρήσης ή της μη-απειλής για χρήση των πυρηνικών οπλοστασίων ενάντια σε χώρες που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα, που αποτελούν τμήμα της Συνθήκης μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων και που συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους». Εάν υιοθετηθεί μία τέτοια πρόταση θα αναγκάσει τη Γαλλία να υποχωρήσει σε αυτό το ζήτημα αφού δεν είχε υιοθετήσει μέχρι στιγμής το δόγμα της μη-χρήσης πυρηνικών έναντι κρατών που δεν διαθέτουν πυρηνικά.

5.3. Η αντιπυραυλική άμυνα


Είναι πιθανότατα το πιο αντικρουόμενο σημείο από γαλλικής πλευράς καθώς οι εκθέτες συνιστούν το ΝΑΤΟ «να αναπτύξει ένα ενεργό σύστημα πολυεπίπεδης άμυνας έναντι βαλλιστικών πυραύλων θεάτρου επιχειρήσεων (300–3500χλμ.) που θα γίνει η καρδιά της διοίκησης και του ελέγχου ενός νατοϊκού συστήματος αντι-πυραυλικής εδαφικής άμυνας». Είναι πιθανό στο εξής, η Γαλλία να αντιτεθεί σε αυτήν την επιλογή, τόσο για οικονομικούς λόγους, όσο και για λόγους στρατηγικών προτεραιοτήτων. Όσο η άμυνα των επιχειρησιακών στρατευμάτων παρουσιάζει επιχειρησιακό ενδιαφέρον, τόσο η αντιπυραυλική άμυνα εδάφους προϋποθέτει μία προχωρημένη ανάλυση της απειλής, ώστε να γίνει αντιληπτό εάν λειτουργεί με τρόπο πραγματικά συμπληρωματικό και όχι πλεονασματικό σε σχέση με την πυρηνική αποτροπή. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι εισηγητές μιλάνε για «αποστολή» της συμμαχίας όσον αφορά την αντιπυραυλική άμυνα ενώ θα έπρεπε να αποτελεί απλά μία στρατιωτική δυνατότητα.

5.4. Κυβερνοάμυνα

Μεταξύ των νέων απειλών, ο κυβερνοπόλεμος έχει συζητηθεί περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Οι εισηγητές επιμένουν άρα να εξοπλιστεί το ΝΑΤΟ με τα μέσα για να αντιμετωπίσει αυτή τη μη-συμβατική απειλή.


6. Η μεταρρύθμιση του ΝΑΤΟ

Ακόμη και αν η συναίνεση δεν είναι απόλυτη, υπάρχει μία γενική βούληση των ισχυρότερων (ΗΠΑ, Ηνωμένου Βασιλείου, Γαλλίας, Ολλανδίας, Δανίας ίσως και της Γερμανίας) να επιβάλλουν μία μεταρρύθμιση του ΝΑΤΟ ώστε να προσαρμοστεί καλύτερα στις νέες μορφές επιχειρήσεων. Απρόθυμες χώρες είναι μέχρι στιγμής αυτές του νότου: Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία, Ελλάδα. Ο στόχος είναι πραγματικά να «απολιπανθεί» ο μηχανισμός. Τα κράτη ζήτησαν από τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ να υποβάλλει συγκεκριμένες προτάσεις ήδη στην υπουργική σύνοδο που θα πραγματοποιηθεί 10–11 Ιουνίου 2010. Τα μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν μεταξύ άλλων είναι η μείωση του αριθμού των εδρών στην ενταγμένη στρατιωτική διοίκηση του ΝΑΤΟ. Η έναρξη αυτής της μεταρρύθμισης δεν θα περιμένει την έκδοση του νέου στρατηγικού δόγματος.


Συμπεράσματα


Η ανάγνωση της έκθεσης δείχνει ότι οι Ειδικοί είχαν σαν πρώτο στόχο να προσπαθήσουν να αποδώσουν τις βάσεις μίας συναίνεσης μεταξύ των κρατών-μελών. Οι εκτραχύνσεις αποτελούν το περιθώριο και είναι λίγα τα σημεία που μπορεί να οδηγήσουν σε αντιθέσεις τα κράτη μεταξύ τους. Άλλωστε, η αποδοχή της έκθεσης ήταν θετική εκ πρώτης όψεως. Ωστόσο παρουσιάζει τον κίνδυνο που προέρχεται από το στόχο της ανάδειξης μίας συναίνεσης. Διαθέτει ασάφειες σε μερικά σημεία και αφήνει σκοτεινές τις εφαρμογές των αρχών που θέτει (π.χ.: ανοικτή πόρτα ή συνεργασίες; Συνεργασίες ή παγκόσμια συμμαχία; Σφαιρική προσέγγιση ή συνεργασία; Καθήκον αμοιβαίας συνδρομής ή άλλος τρόπος δράσης; Αντιπυραυλική άμυνα ή άλλες στρατιωτικές δυνατότητες; Ρόλος του ΝΑΤΟ και ρόλος της ΕΕ;) Το νέο στρατηγικό δόγμα θα είναι σίγουρα ένα σύντομο κείμενο για την αποφυγή του βάρους αυτών των προβλημάτων. Δεν θα «ανακαλύπτει τον τροχό» όπως υπογράμμισε ο σύμβουλος Άμυνας του προέδρου των ΗΠΑ στρατηγός Jones στο 4ο επίσημο συνέδριο που οργανώθηκε για το νέο στρατηγικό δόγμα τον Φεβρουάριο του 2010. Αλλά ο κίνδυνος είναι να μην θίξει διαφορές που χωρίζουν τα κράτη μέλη.

Όσον αφορά τη Γαλλία, τα σημεία στα οποία θα επικεντρώσει το ενδιαφέρον της για το μελλοντικό στρατηγικό δόγμα είναι τα εξής:
• Η διατήρηση του ρόλου των πυρηνικών όπλων.
• Οι σχέσεις ΕΕ-ΝΑΤΟ με την έννοια της σφαιρικής προσέγγισης που ίσως υιοθετηθεί.
• Το ζήτημα της αντιπυραυλικής άμυνας για την οποία η θέση μας μπορεί να είναι αντίθετη με τις επιθυμίες της ομάδας των Ειδικών και του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ.
• Η ισορροπία μεταξύ πολιτικής της ανοικτής πόρτας και συνεργασιών.

Η πολιτική των συνεργασιών που προωθούν οι εισηγητές είναι πιο συνεπείς με τη γαλλική αντίληψη του ΝΑΤΟ από τα σχέδια μίας παγκόσμιας εμβέλειας σφαιρικής συμμαχίας που αναπτύχθηκαν για μία περίοδο. Ωστόσο, οι ασάφειες είναι πιθανές σε αυτό το επίπεδο και το ΝΑΤΟ μπορεί να συνεχίσει να επωφελείται από την αδυναμία των υπόλοιπων διεθνών οργανισμών (ΟΗΕ και ΕΕ) ενώ ταυτόχρονα η αποτελεσματικότητά του δεν έχει αποδείξει τίποτε στην πράξη, όπως αυτό φαίνεται στο Αφγανιστάν.

* Αναπληρωτής διευθυντής του Institut des Relations Internationales et Stratégiques.


Υποσημειώσεις

[1] Σύνθεση των πορισμάτων, σελ. 5
[2] Κεφάλαιο 2, «Οι θεμελιώδεις αποστολές»: «Καταρχήν η Συμμαχία πρέπει να διατηρεί τη δυνατότητα της αποτροπής και να υπερασπίζεται το κράτη-μέλη από κάθε απειλή. Αυτή η δέσμευση που αναγράφεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης του Βορείου-Ατλαντικού Συμφώνου πρέπει να επιβεβαιωθεί χωρίς την παραμικρή αμφιβολία
[3] Κεφάλαιο 5, «Οι δυνάμεις και οι στρατιωτικές δυνατότητες της Συμμαχίας», σελ.35
[4] «Ωστόσο, ο κίνδυνος μίας επίθεσης μεγάλης κλίμακας στα διοικητικά συστήματα και στα συστήματα ασφαλείας του ΝΑΤΟ ή στα ενεργειακά δίκτυα θα μπορούσε να δικαιολογήσει διαβουλεύσεις στη βάση του άρθρου 5», κεφ. 5, σελ.41.
[5] Κεφ. 5, σελ.36.
[6] Κεφ. 3, «Οι συνεργασίες», σελ. 18.
[7] «Στις μελλοντικές της αποστολές, η Συμμαχία θα μπορούσε να λειτουργεί όπως γίνεται ήδη στο Αφγανιστάν μέσα στα πλαίσια ενός εκτεταμένου δικτύου παροχής ασφάλειας, όπου οι δρώντες προσεγγίζουν σφαιρικά κάθε συγκεκριμένο πρόβλημα. Ωστόσο δεν θα έπρεπε να παρεξηγηθεί αυτή η αντίληψη της ομαδικής εργασίας». Κάποιοι ερμήνευσαν την έννοια «σφαιρική» σαν μία διάθεση το ΝΑΤΟ να εξασκήσει μία ηγετική θέση στον κόσμο ή να θέσει τις πολιτικές οργανώσεις υπό στρατιωτική επικυριαρχία. Το συμπέρασμα αυτό είναι λανθασμένο. Η σφαιρική προσέγγιση δεν είναι ζήτημα ιεραρχίας, είναι η αναγνώριση της πολιτικής, στρατιωτικής, οικονομικής και κοινωνικής διάστασης της ασφάλειας. Συνεπώς η οικοδόμηση της ασφάλειας απαιτεί την ομαδική εργασία ενός εξειδικευμένου συνόλου συνεργατών για να συσπειρωθούν οι διάφορες συνιστώσες μίας και μοναδικής στρατηγικής. Ανάλογα με την περίσταση, το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να δράσει αρχηγικά ή να διαδραματίσει συμπληρωματικό ρόλο.
[8] Κεφ. 3, σελ.20.


αρχή αρχή σελίδας
 
Αποστολή σε φίλο  Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση  Εκτύπωση
Σελίδες (1): Πρώτη << [1] >> Τελευταία
MONTHLY
REVIEW
Πραξιτέλους 29,
105 60 Αθήνα
T 210 32 14 488
F 210 32 13 578
E info[at]monthlyreview[dot]gr