MONTHLY REVIEW
ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ
Ανεξάρτητο Σοσιαλιστικό Περιοδικό
Ταυτότητα  >
Επικοινωνία  >
>
αναλυτική αναζήτηση
Περιοδικό >
»Αρχείο
»Διάθεση
»Παραγγελίες τευχών
Εκδόσεις >
Αναλύσεις και εξελίξεις >
Νέα του MR >
Σύνδεσμοι >
Θεματικό ευρετήριο >
Το δίκτυο του MR:
Αποστολή σε φίλο  Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση  Εκτύπωση
Σελίδες (1): Πρώτη << [1] >> Τελευταία
Προς ένα νέο «στρατηγικό δόγμα» του ΝΑΤΟ

του CAMILLE GRAND*
Τεύχος Νο 137
Αρχική Δημοσίευση: Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Fondation pour la recherche stratégique στη διεύθυνση http://www.frstrategie.org/barreFRS/publications/notes/2010/201003.pdf
Μετάφραση: Δημήτρης Παπαμιχαήλ
Με την παράδοση της έκθεσης της επιτροπής των ειδικών που ηγείται η Madeleine Albright στη γενική γραμματεία και την παρουσίασή της στο Συμβούλιο του Βορείου Ατλαντικού, οι διεργασίες για το νέο δόγμα του ΝΑΤΟ εισήλθαν στην δεύτερή τους φάση.

Αυτό το γεγονός είναι σημαντικό. Το τελευταίο στρατηγικό δόγμα υιοθετήθηκε στη συνάντηση κορυφής της Ουάσινγκτον πριν μία δεκαετία κατά την διάρκεια της επιδρομής στο Κόσσοβο. Από το 1999, τα θεμέλια της ατλαντικής ασφάλειας μεταβλήθηκαν αισθητά:
• Το ΝΑΤΟ διευρύνθηκε και πέρασε από 16 σε 28 κράτη μέλη.
• Μειώθηκε μαζικά η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη, καθώς οι ΗΠΑ προσανατολίστηκαν στρατηγικά προς την Μέση Ανατολή και την Ασία.
• Γέννηση της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ) και ανάδειξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε στρατηγικό δρών.
• Πλήρης συμμετοχή της Γαλλίας στις στρατηγικές δομές.
• Εμπλοκή της Συμμαχίας στο Αφγανιστάν μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001.
• Μεταρρύθμιση των στρατιωτικών δομών με τη δημιουργία της Συμμαχικής Διοίκησης για το Μετασχηματισμό (Allied Command Transformation – ACT) και τη Δύναμη Ταχείας Αντίδρασης του ΝΑΤΟ (NATO Response Force – NRF).
• Ανάπτυξη συνεργασιών της Συμμαχίας που αριθμεί στο εξής περισσότερους συνεργάτες παρά συμμάχους.


Η πρωτοτυπία της διαδικασίας για την προετοιμασία του επόμενου στρατηγικού δόγματος

Η Συμμαχία επέλεξε μία ανοικτή και διαφανή διαδικασία, καλύτερα προσαρμοσμένη στις ανάγκες μίας συμμαχίας 28 κρατών συγκριτικά με μία αποκλειστικά διακρατική διαδικασία. Ο γενικός γραμματέας, Anders Fogh Rasmussen βασίστηκε σε μία «ομάδα ειδικών» υπό την προεδρία της Madeleine Albright για να επεξεργαστεί την έκθεση που δημοσιεύτηκε στις 17 Μαΐου 2010. Σε αυτή την ομάδα αντιπροσωπεύονταν σημαντικά οι μεγάλες χώρες (Γερμανία, ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Τουρκία μεταξύ δώδεκα χωρών συνολικά) ενώ συμμετείχαν επικουρικά μερικοί σύμβουλοι στις εργασίες της.

Η ομάδα «Albright» εργάστηκε ανοικτά με τα εξής μέσα:
• Τέσσερα μεγάλα συνέδρια (Λουξεμβούργο, Μπρντο, Όσλο και Ουάσινγκτον), στα οποία έλαβαν μέρος μερικές εκατοντάδες σύνεδροι, αντιπροσωπεύοντας περισσότερες από 60 χώρες και συνδυάζοντας «Ειδικούς», Συμμάχους, και Συνεργάτες με τις πολιτικές ηγεσίες.
• Μία πληθώρα παράλληλες εκδηλώσεις.
• Τη συμβολή των 28 χωρών και της Ρωσίας.
• Την περισυλλογή ποικίλων συνεισφορών εκ μέρους των Συμμάχων και των Συνεργατών.

Με τον τρόπο αυτόν παρουσίασε τις προτάσεις της στις 17 Μαΐου 2010 επιτρέποντας στον Γενικό Γραμματέα να προετοιμάσει την τελική πρόταση για το νέο στρατηγικό δόγμα που θα υποβληθεί στους Συμμάχους στην συνάντηση κορυφής του ΝΑΤΟ στη Λισσαβόνα τον Νοέμβριο του 2010, μετά από μία διαδικασία εντατικών διαπραγματεύσεων.


Η δύσκολη αναζήτηση μίας ισορροπίας στη Συμμαχία

Σε βάθος ανάλυσης προκύπτουν πολλά ερωτηματικά από την πράξη αυτή. Πράγματι, έρχεται σε μία δύσκολη στιγμή για τη Συμμαχία που πρέπει να αντιμετωπίσει μία τριπλή κρίση: τη σύγκρουση στο Αφγανιστάν που βάζει σε δοκιμασία τα όρια της διατλαντικής αλληλεγγύης και τη δυνατότητα του ΝΑΤΟ να «κερδίσει» έναν πόλεμο, το άλυτο μέχρι στιγμής πρόβλημα για τους Συμμάχους όσον αφορά τη φύση των σχέσεων με τη Ρωσία μετά από τη γεωργιανή κρίση του 2008, την οικονομική εσωτερική κρίση που απαιτεί μεταρρύθμιση των δομών.

Ιδεατά, πρόκειται για τη δημιουργία της Συμμαχίας του 21ου αιώνα, που θα φέρει και τη λύση σε κάποια πραγματικά και ψεύτικα διλλήματα που αναστάτωσαν την Οργάνωση τα τελευταία χρόνια:
• Μεταξύ συλλογικής άμυνας ή δράσης.
• Μεταξύ «παραδοσιακών» και «νέων» απειλών.
• Μεταξύ σφαιρικής πολιτικής συμμαχίας και καθαρά στρατιωτικής συμμαχίας με περιφερειακό προσανατολισμό.
• Όσον αφορά τη θέση τη πυρηνικής αποτροπής στην στρατηγική της Συμμαχίας και το ζήτημα του αφοπλισμού.
• Όσον αφορά τη σχέση του ΝΑΤΟ με την ΕΕ.
• Όσον αφορά τη σχέση του ΝΑΤΟ με τις συνεργαζόμενες χώρες και ιδιαίτερα την Ρωσία.

Αρχικά υπήρξαν προφανείς διαφωνίες μεταξύ «συντηρητικών» συμμάχων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης κυρίως, οι οποίοι, φοβούμενοι την αποδυνάμωση της συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ και του άρθρου 5, στήριζαν μία αλλαγή επί το ελάχιστο, και όσων καλούσαν για μία πραγματική επανίδρυση της Συμμαχίας και των δομών της.


Ένα ισορροπημένο αποτέλεσμα που οδηγεί στη Συμμαχία του 21ου αιώνα

Η έκθεση Albright ξεκινάει υπενθυμίζοντας το αυτονόητο θεμέλιο της Συμμαχίας για να καθησυχάσει τους Συμμάχους: την υποχρέωση συλλογικής άμυνας και το άρθρο 5. Αναγνωρίζει ωστόσο ότι η ασφάλεια του ΝΑΤΟ διακυβεύεται από εδώ και στο εξής μακριά από τα σύνορα και οι απειλές που δέχονται οι Σύμμαχοι εξελίσσονται ταχύτατα (κυβερνοαπειλές, βαλλιστική, τρομοκρατία), και επιβάλλουν ποικιλόμορφες δυνατότητες για να εξασφαλιστεί η άμυνα. Για τη διεξαγωγή επιχειρήσεων η έκθεση είναι συνεπής, υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα να βασίζονται σε «κατευθυντήριες αρχές» που θα συντονίζουν τις αποφάσεις για κάθε διαφορετική περίσταση.

Στη συνέχεια, πιο καινοτόμα, η έκθεση τονίζει τη σημασία των συνεργασιών, θεωρώντας ότι στον ορίζοντα του 2020 «σε γενικές γραμμές το ΝΑΤΟ δεν θα επιχειρεί μόνο του». Πραγματικά καινούργια, αυτή η έμφαση στις συνεργασίες έχει να κάνει τόσο με οργανισμούς (ΕΕ, ΟΗΕ, ΟΑΣΕ) όσο και με χώρες εκτός ΝΑΤΟ. Στο κείμενο είναι σαφές ότι «το ΝΑΤΟ είναι μια περιφερειακή οργάνωση και όχι παγκόσμια. Οι οικονομικοί του πόροι είναι περιορισμένοι και καλύπτουν άλλες προτεραιότητες. Δεν επιθυμεί να αναλάβει αποστολές για τις οποίες ξέρουμε ότι μπορούν να εγγυηθούν άλλες χώρες ή οργανισμοί».

Ενώ αναγνωρίζει ότι το ΝΑΤΟ, παρότι είναι περιφερειακή στρατιωτική συμμαχία, μπορεί να κληθεί σε μία πιο σφαιρική δράση, η έκθεση διατηρεί τις αποστάσεις της με τις ιδέες του «παγκόσμιου χωροφύλακα» ή μίας «συμμαχίας των δημοκρατικών χωρών» και επαναπροσδιορίζει τη θέση του ΝΑΤΟ σαν μία οργάνωση «ισχυρή και πολυπράγμον» αλλά «όχι για όλες τις πράξεις».  

Απαντώντας στις προτεραιότητες της Γαλλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ, γίνεται η σύνδεση μεταξύ στρατηγικού δόγματος και μεταρρύθμισης της Συμμαχίας, καθώς η έκθεση υποστηρίζει την οικοδόμηση ενός ευρέως προγράμματος μεταρρυθμίσεων που αναθέτει στον Γενικό Γραμματέα και το οποίο πρέπει να έχει παραδοθεί ως τη συνάντηση της Λισσαβόνας.

Τέλος, η έκθεση εμφανίζει νέες προοπτικές και τοποθετείται χωρίς δισταγμούς όσον αφορά διαφορετικές συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα μέσα στην Συμμαχία.

Διατυπώνει ξεκάθαρες προτάσεις για τη θέση της Συμμαχίας επί της «σφαιρικής προσέγγισης» («comprehensive approach») συμπεραίνοντας ότι υπάρχει ένα κενό: διατηρεί την ιδέα της συμπληρωματικής δράσης του ΝΑΤΟ με άλλους, πιο εγκεκριμένους, δρώντες και προτείνει τη δημιουργία «μίας μικρής ομάδας πολιτικού προγραμματισμού» η οποία «θα ασχολείται κυρίως με το να συντηρεί τις επαφές».

Όσον αφορά τις σχέσεις με την ΕΕ, η έκθεση αναγνωρίζει τον «μοναδικό και ουσιαστικό χαρακτήρα τους για το ΝΑΤΟ», καθώς και τις προόδους της ΚΠΑΑ/ΚΕΠΠΑ από το 1999. Ευχόμενη την ενίσχυση των επαφών μεταξύ των δύο οργανώσεων, η έκθεση καλεί στη λύση των διαφωνιών χωρίς όμως να διατυπώνει συγκεκριμένες προτάσεις επί αυτού του θέματος.

Η Ρωσία έχει ιδιαίτερη θέση στην έκθεση που προσεγγίζει με δύο τρόπους το ζήτημα αποβλέποντας ταυτόχρονα στη διασφάλιση των πιο ανήσυχων συμμάχων και στην επαναφορά της ρωσικής συμμετοχής θεωρώντας ότι αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Διευκρινίζεται ότι η Ρωσία δεν αποτελεί απειλή για το ΝΑΤΟ, το οποίο επίσης δεν αποτελεί απειλή για τη Ρωσία. Βασιζόμενη στην αναζήτηση μίας «ποιοτικότερης σχέσης», η έκθεση επιμένει ότι «η πόρτα θα παραμείνει ανοικτή για μία συνεργασία σε όλα τα επίπεδα».

Με τον τρόπο αυτό, η πολιτική που προτείνεται σε ό,τι έχει να κάνει με τη διεύρυνση είναι προσεκτική και επιμένει στο σεβασμό των αρχών που υιοθετήθηκαν το 1995. Χωρίς να σημαίνει εγκατάλειψη της πολιτικής της «ανοικτής πόρτας», αυτό αποτελεί καμπή προς μία κατεύθυνση πιο περιοριστική.

Στο θέμα των πυρηνικών, ενώ το ζήτημα έδειχνε να είναι κεντρικό στις εσωτερικές συζητήσεις της Συμμαχίας, η έκθεση προτιμά την επιλογή του status quo σημειώνοντας ότι «όσο υπάρχουν πυρηνικά όπλα, το ΝΑΤΟ θα πρέπει να διατηρεί πυρηνικές δυνατότητες, ασφαλείς και αξιόπιστες». Εάν υπάρχει πιθανότητα εξέλιξης και εάν η προοπτική συγχρονισμένων μειώσεων των τακτικών οπλοστασίων της Ευρώπης και της Ρωσίας εξετάζεται, η κάθε αλλαγή πρέπει να υιοθετείται συγκαταβατικά. Πάντως, η έκθεση τοποθετείται υπέρ της αντιπυραυλικής ασπίδας που τείνει να μετατραπεί σε νέα αποστολή. Αυτή η σύσταση αφορά τη διαρκώς αυξανόμενη απειλή που αποτελεί η ανάπτυξη της βαλλιστικής, ιδίως αυτή του Ιράν.

Σχετικά με τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, η έκθεση ανοίγει προσεκτικά το διάλογο για τον κανόνα της συναίνεσης, που εύχεται να διατηρηθεί για όλες τις σημαντικές αποφάσεις με κάποιες τροποποιήσεις.

Τέλος, η έκθεση διατυπώνει μερικές συγκεκριμένες προτάσεις σχετικά με τις δυνατότητές της, που στόχο έχουν να αυξήσουν την «ευλυγισία» της Συμμαχίας. Σε αυτό το σημείο το μήνυμα είναι σαφές: δίχως να ξεχνάνε τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης πάνω στους αμυντικούς προϋπολογισμούς, οι Ειδικοί προσπαθούν να υποστηρίξουν μία συνετή αμυντική προσπάθεια σε συσχετισμό με την εκτίμηση του στρατηγικού περιβάλλοντος και των στρατιωτικών αναγκών της Συμμαχίας.


Και τώρα;

Η σύνταξη του νέου στρατηγικού δόγματος που θα υποβάλει στους Συμμάχους τον Σεπτέμβριο για να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις εξαρτάται πλέον από τον Γενικό Γραμματέα. Η έκθεση Albright αποτελεί σημαντικό στοιχείο της διαδικασίας αυτής. Ο στόχος της είναι ξεκάθαρος. Επιθυμεί ταυτόχρονα την επίτευξη συναίνεσης μεταξύ των Συμμάχων γύρω από τις αποστολές-κλειδιά του ΝΑΤΟ, και τη σταδιακή προσαρμογή προς τη Συμμαχία του 21ου αιώνα, αφήνοντας πίσω εξολοκλήρου την ψυχροπολεμική εποχή. Με αυτήν την κατεύθυνση, οι Ειδικοί της ομάδας Albright συνεννοήθηκαν για να βρουν ένα σημείο ισορροπίας μεταξύ των απόψεων.

Στη Λισσαβόνα το διακύβευμα για τους Συμμάχους θα είναι να υιοθετήσουν ένα κείμενο που, για τους πολίτες τους, θα αποδεικνύει την ορθότητα και την αξιοπιστία του ΝΑΤΟ σε έναν πολυδιάστατο κόσμο. Η ικανοποίηση των στόχων και των επιδιώξεων που μπορεί κάποιες φορές να είναι αντίθετες μεταξύ των 28 Συμμάχων αποτελεί στοίχημα και η εύρεση συμφωνίας θα είναι δυσκολότερη απ’ ότι στην ομάδα των δώδεκα ανεξάρτητων ειδικών. Αυτό το εμπόδιο πρέπει ωστόσο να ξεπεραστεί. Ειδάλλως, η Συμμαχία θα τείνει να γίνει όλο και λιγότερο αξιόπιστη, άρα όλο και λιγότερο σημαντική τόσο για την Ουάσινγκτον όσο και στα μάτια των Ευρωπαίων, πράγμα αρνητικό μακροπρόθεσμα για την ασφάλεια των Συμμάχων.

* Διευθυντής της Fondation pour la Recherche Stratégique.

αρχή αρχή σελίδας
 
Αποστολή σε φίλο  Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση  Εκτύπωση
Σελίδες (1): Πρώτη << [1] >> Τελευταία
MONTHLY
REVIEW
Πραξιτέλους 29,
105 60 Αθήνα
T 210 32 14 488
F 210 32 13 578
E info[at]monthlyreview[dot]gr