 |
|
| Ο «δικός τους» άνθρωπος |
του ΠΕΡΡΥ ΑΝΤΕΡΣΟΝ |
|
| Αρχική Δημοσίευση: The Nation, 24 Απριλίου 2006 |
 |
| Μετάφραση: Κατερίνα Λαμπρινού |
|
|
|
 |
 |
Εδώ και τρία χρόνια που μαίνεται στο Ιράκ ένας πόλεμος χωρίς διαφαινόμενο τέλος, το κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής το έχει ρίξει στην ενδοσκόπηση. Οι αμφιβολίες για την εισβολή γεμίζουν πλέον μια βιβλιοθήκη. Λίγων τα βιβλία τυγχάνουν μεγαλύτερης δημοσιότητας από αυτά του Φράνσις Φουκουγιάμα. Η φήμη του συγγραφέα του έργου Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος [1] είναι, φυσικά, ο ένας λόγος. Το ρίγος που προκαλεί η ένδοξη λιποταξία από τις τάξεις του νεοσυντηρητισμού είναι ο άλλος, αναμφισβήτητα ο κυριότερος. Όμως το να δούμε το βιβλίο του Η Αμερική στο σταυροδρόμι (America at the Crossroads) ως μια απλή ένδειξη των πολιτικών εξελίξεων –αν και, φυσικά, είναι και αυτό– θα μείωνε το πνευματικό ενδιαφέρον του, το οποίο ουσιαστικά συνίσταται στη σχέση του με το έργο που έκανε τον Φουκουγιάμα γνωστό.
Το επιχείρημα της Αμερικής στο σταυροδρόμι έχει τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος, ο Φουκουγιάμα ανιχνεύει εκ νέου την προέλευση του σύγχρονου νεοσυντηρητισμού. Η ιστορία του Φουκουγιάμα αρχίζει στη Νέα Υόρκη με μια ομάδα διανοουμένων, Εβραίων ως επί το πλείστον, οι οποίοι στα νιάτα τους ήταν σοσιαλιστές αλλά κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου συντάχθηκαν με την αστερόεσσα και κατόπιν έμειναν ανένδοτοι απέναντι στη Νέα Αριστερά τον καιρό που οι Ηνωμένες Πολιτείες πολεμούσαν τον κομμουνισμό στο Βιετνάμ. Την κατάλληλη στιγμή ο χώρος τους λανσάρει και μια κοινωνική ατζέντα: Η κριτική του κοινωνικού φιλελευθερισμού αναπτύχθηκε στο περιοδικό Public Interest, που εκδιδόταν από τον Ίρβιγκ Κρίστολ (Irving Kristol) και τον Ντάνιελ Μπελ (Daniel Bell). Εντωμεταξύ, η ηθική αντίδραση ενάντια στη χαλαρότητα της δεκαετίας του ’60 αποκτά φιλοσοφικό βάθος από τον Λήο Στράους (Leo Strauss) στο Σικάγο και πολιτισμικό δυναμισμό από τον μαθητή του, τον Άλλαν Μπλουμ (Allan Bloom). Τις εξηγήσεις για τα στρατιωτικά, καθώς και την τεχνική πείρα, παρέχει ο Άλμπερτ Ουωλστέττερ (Albert Wohlstetter), ειδικός στη στρατηγική των πυρηνικών, θεωρητικός των αντιποίνων με χρήση πυρηνικών και προφήτης του ηλεκτρονικού πολέμου. Ο Φουκουγιάμα εξηγεί ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εμπλεκόταν προσωπικά σε όλα αυτά τα εγχειρήματα. Όμως ο απολογισμός του είναι ήρεμος και ισορροπημένος και, εάν μη τι άλλο, μειώνει την επίδραση του πολιτικού αυτού μείγματος. Δίνει περισσότερη έμφαση στην τελική σύγκλισή τους με τα πιο πλατιά και δημοφιλή ρεύματα του συντηρητισμού –πίστη στον περιορισμένο ρόλο της κυβέρνησης, θρησκευτική ευσέβεια, εθνικισμός– στη βάση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Ο συνδυασμός όλων αυτών αποτελεί τον πολιτικό χείμαρρο που τροφοδότησε την άνοδο της προεδρίας Ρέηγκαν.
Όμως ο μέγιστος θρίαμβος της συντηρητικής κυριαρχίας –η νίκη στον Ψυχρό Πόλεμο– εμπεριείχε, όπως προτείνει, τους σπόρους της δυνάμει ανατροπής του νεοσυντηρητισμού, καθώς η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης δημιούργησε υπερβολική αυτοπεποίθηση για τη δυνατότητα αναδιαμόρφωσης του κόσμου σε ευρεία κλίμακα από την Αμερική. Υπερβάλλοντας για το ρόλο των αμερικανικών οικονομικών και στρατιωτικών πιέσεων μετά την ξαφνική κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η οποία στην πραγματικότητα βρισκόταν σε κατάσταση εσωτερικής αποσύνθεσης, μια νεότερη σειρά φιλοσόφων –αναφέρονται ενδεικτικά ο Ουίλλιαμ Κρίστολ (William Kristol) και ο Ρόμπερτ Κέηγκαν (Robert Kagan)– θεώρησε ότι η τυραννία θα μπορούσε να ηττηθεί και η ελευθερία να «εμφυτευθεί» με ανάλογη ταχύτητα και αλλού. Αυτή η παραίσθηση, σύμφωνα με τον Φουκουγιάμα, οδήγησε στην επίθεση στο Ιράκ. Αγνοώντας όχι μόνο το αρκετά διαφορετικό πολιτικό τοπίο της Μέσης Ανατολής, αλλά και τις προειδοποιήσεις των πραγματικών νεοσυντηρητικών απέναντι στα υπερβολικά βολονταριστικά σχέδια κοινωνικής ανοικοδόμησης, όσοι προγραμμάτισαν την εισβολή φόρτωσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες με μια καταστροφή από την οποία θα κάνουν χρόνια να συνέλθουν. Η προσφυγή στη μονομερή χρήση βίας ασκόπως έχει απομονώσει την Αμερική από την παγκόσμια κοινή γνώμη, προπάντων από τους Ευρωπαίους σύμμαχους της, αποδυναμώνοντας παρά ενισχύοντας την αμερικανική θέση στον κόσμο.
Ο Φουκουγιάμα αφιερώνει το υπόλοιπο του βιβλίου του στην περιγραφή, σε αδρές γραμμές, μιας εναλλακτικής εξωτερικής πολιτικής που θα αποκαθιστούσε την Αμερική στη νόμιμη θέση της στον κόσμο. Ένας «ρεαλιστικός ουιλσονισμός», που μετριάζει τις καλύτερες νεοσυντηρητικές πεποιθήσεις με μια εκσυγχρονισμένη συναίσθηση της απειθαρχίας των άλλων πολιτισμών και των ορίων της αμερικανικής δύναμης, θα διατηρούσε την ανάγκη για προληπτικό πόλεμο ως την ύστατη λύση και ως μόνιμο στόχο την προώθηση της δημοκρατίας σε όλη την υδρόγειο. Έτσι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συσκέπτονταν με τους συμμάχους, θα προσέφευγαν συχνότερα στο δόγμα της ήπιας και όχι της σκληρής δύναμης, θα αναλάμβαναν την ανασυγκρότηση των κρατών με τα φώτα των κοινωνικών επιστημών και θα ενθάρρυναν τη διάδοση νέων, προσαρμοσμένων μορφών πολύπλευρης δράσης που θα παρέκαμπτε τα αδιέξοδα των Ηνωμένων Εθνών. «Ο σημαντικότερος τρόπος που η αμερικανική εξουσία μπορεί να ασκηθεί», καταλήγει ο Φουκουγιάμα, «δεν είναι μέσω της εφαρμογής της στρατιωτικής ισχύος αλλά μέσω της δυνατότητας των Ηνωμένων Πολιτειών να διαμορφώσουν τα διεθνή όργανα». Αυτό που μπορούν να κάνουν είναι να «μειώσουν το κόστος διεξαγωγής των επιχειρήσεων προκειμένου να επιτύχουν συναίνεση» για τις αμερικανικές ενέργειες.
Στην τριμερή δομή της Αμερικής στο σταυροδρόμι περιλαμβάνεται η σύντομη ιστορία του νεοσυντηρητισμού, η κριτική για το τι πήγε στραβά στο Ιράκ και οι προτάσεις για μια βελτιωμένη εκδοχή του, όμως ο πυρήνας του επιχειρήματος βρίσκεται στο δεύτερο μέρος. Ο απολογισμός του Φουκουγιάμα για το περιβάλλον στο οποίο ανήκε, και για το ρόλο του την παραμονή του πολέμου, είναι ψύχραιμος και πληροφοριακός. Αποτελεί όμως μια άποψη «από τα μέσα» που συνιστά μια αποκαλυπτική οφθαλμαπάτη. Όλα συμβαίνουν λες και οι νεοσυντηρητικοί ήταν η βασική κατευθυντήρια δύναμη πίσω από την προέλαση στη Βαγδάτη, λες και η Αμερική θα επανέλθει στη σωστή πορεία αν οι ιδέες τους διορθωθούν.
Στην πραγματικότητα, το μέτωπο της κοινής γνώμης που πίεσε για την επίθεση στο Ιράκ ήταν πολύ ευρύτερο από μια μεμονωμένη ρεπουμπλικανική φατρία. Περιελάμβανε πολλούς φιλελεύθερους και Δημοκρατικούς. Άλλωστε, η πλέον λεπτομερής και πειστική επιχειρηματολογία για την επίθεση ενάντια στον Σαντάμ Χουσεΐν ανήκε στον Κέννεθ Πόλλακ (Kenneth Pollack), αξιωματούχο της κυβέρνησης Κλίντον. Η μακράν πιο πειστική θεωρητικοποίηση του προγράμματος για την αμερικανική στρατιωτική επέμβαση, προκειμένου να καταστραφούν τα καθεστώτα παρίες και να υποστηριχτούν τα ανθρώπινα δικαιώματα σε ολόκληρο τον κόσμο, παραμένει το έργο του Φίλιπ Μπόμπιτ (Philip Bobbitt), ανιψιού του Λύντον Τζόνσον, που κόσμησε τα ανώτερα κλιμάκια της εθνικής πολιτικής ασφαλείας στην κυβέρνηση Κλίντον. Μπροστά στις εννιακόσιες σελίδες του magnum opus του, Η ασπίδα του Αχιλλέα (The Shield of Achilles), ένα έργο απέραντης ιστορικής φιλοδοξίας που τελειώνει με μια σειρά δραματικών σεναρίων για τους επερχόμενους πολέμους, για τους οποίους η Αμερική πρέπει να προετοιμαστεί, οι συγγραφείς του περιοδικού The Weekly Standard ωχριούν [2] . Κανένας νεοσυντηρητικός δεν έχει παραγάγει τίποτα συγκρίσιμο. Ούτε σε καμιά περίπτωση έλειπαν οι θιασώτες στο φιλελεύθερο άκρο του φάσματος –τύπου Ιγκνάτιεφ και Μπέρμαν– [3] για μια αποστολή στη Μέση Ανατολή. Τίποτε το παράλογο δεν υπάρχει σε αυτό. Ο πόλεμος των Δημοκρατικών στα Βαλκάνια, που απεμπόλησε την εθνική κυριαρχία ως αναχρονισμό, αποτέλεσε το πρόσφορο έδαφος και τη δοκιμή για τον πόλεμο των Ρεπουμπλικάνων στη Μεσοποταμία – απλώς η γενοκτονία στο Κόσοβο δεν ήταν τόσο μεγαλοποιημένη όσο τα όπλα μαζικής καταστροφής του Ιράκ. Οι επιχειρήσεις αυτές, που ο Φουκουγιάμα επιτρέπει στον εαυτό του –σε σπάνιες στιγμές παραδρομής– να αποκαλεί «αμερικανική υπερπόντια αυτοκρατορία», ήταν και εξακολουθούν να είναι διαχρονικά δικομματικές.
Στο ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο, επιπλέον, οι νεοσυντηρητικοί διανοούμενοι ήταν μόνο το ένα, και όχι το σημαντικότερο, στοιχείο στον αστερισμό που ώθησε την κυβέρνηση Μπους στο Ιράκ. Από τους έξι «Vulcans» [4] στην έγκυρη μελέτη του Τζέημς Μαν (James Mann) για το ποιος έστρωσε το δρόμο για τον πόλεμο, μόνο ο Πωλ Γούλφοβιτς –ο οποίος αρχικά ήταν Δημοκρατικός– αναφέρεται στην ανασκόπηση του Φουκουγιάμα. Καμιά από τις τρεις ηγετικές μορφές στο σχεδιασμό και την υπεράσπιση της επίθεσης, ο Ράμσφελντ, ο Τσέινυ και η Ράις, δεν είχαν ιδιαίτερα νεοσυντηρητικές πεποιθήσεις. Ο Φουκουγιάμα το γνωρίζει, αλλά δεν προσφέρει καμία εξήγηση, παρατηρώντας μόνο ότι «δεν ξέρουμε σε αυτό το σημείο την προέλευση των απόψεών τους». Και τι έχει να πει για τη δική του θέση στο γαλαξία που περιγράφει; Εδώ –πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι χαρακτηριστικό– αλλάζει την ιστορία. Σφυρίζοντας αδιάφορα, λέει ότι ενώ ήταν αρχικά «αρκετά πολεμοχαρής στην προοπτική του Ιράκ» την εποχή που δεν είχε προβλεφθεί καμιά εισβολή, όταν στη συνέχεια η επίθεση εξαπολύθηκε, ήταν αντίθετος.
Στο σημείο αυτό η μνήμη του τον έχει προδώσει. Τον Ιούνιο του 1997 ο Φουκουγιάμα ίδρυσε, από κοινού με τους Ράμσφελντ, Τσέινυ, Νταν Κουέυλ (Dan Quayle), Γούλφοβιτς, Σκούτερ Λίμπυ (Scooter Libby), Ζαλμάυ Χαλιλζάντ (Zalmay Khalilzad), Νόρμαν Πόντορετς (Norman Podhoretz), Έλλιοτ Έημπραμς (Elliott Abrams) και Τζεμπ Μπους, το Πρόγραμμα για τον Νέο Αμερικανικό Αιώνα, του οποίου η δήλωση αρχών ζητούσε «ρεηγκανική πολιτική στρατιωτικής ισχύος και ηθικής σαφήνειας», ώστε «να προωθηθεί ο στόχος της πολιτικής και οικονομικής ελευθερίας στο εξωτερικό». Τον Ιανουάριο του 1998 ήταν ένας από τους δεκαοκτώ του Προγράμματος που υπέγραψαν ανοικτή επιστολή προς τον Κλίντον και κόπτονταν για το αναγκαίο της «πρόθυμης ανάληψης στρατιωτικής δράσης» προκειμένου να εξασφαλιστεί «η εκδίωξη του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν από την εξουσία», δηλώνοντας ότι «οι ΗΠΑ έχουν την εξουσία βάσει των υπαρχόντων ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα» και να πράξουν αναλόγως. Τέσσερις μήνες αργότερα, ήταν μεταξύ εκείνων που κατήγγειλαν την έλλειψη τέτοιας δράσης ως «συνθηκολόγηση με τον Σαντάμ» και ως «ανυπολόγιστο πλήγμα στην αμερικανική ηγεσία και αξιοπιστία», λέγοντας ρητά τι μέτρα απαιτούνταν ενάντια στο καθεστώς Μπάαθ: «Πρέπει να βοηθήσουμε την εγκαθίδρυση και την υποστήριξη (με οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά μέσα) μιας προσωρινής, αντιπροσωπευτικής και ελεύθερης κυβέρνησης» στις «απελευθερωμένες περιοχές στο Βόρειο και Νότιο Ιράκ» υπό την προστασία «των ΗΠΑ και της συμμαχικής στρατιωτικής δύναμης». Με άλλα λόγια: Μια εισβολή για να εγκαθιδρυθεί το καθεστώς Τσαλαμπί στη Βασόρα ή τη Νατζάφ, και για να ανατραπεί ο Σαντάμ από αυτή τη βάση.
Υπό την κυβέρνηση Μπους, το Πρόγραμμα –οι τάξεις του απαρτίζονται πια από ισχυρά πρόσωπα, όπως οι παλαίμαχοι Δημοκρατικοί Στήβεν Σόλαρζ (Stephen Solarz) και Μάρσαλ Ουίτμαν (Marshall Wittmann) που βρίσκονται τώρα στο Συμβούλιο Αρχηγίας των Δημοκρατικών– [5] επανέφερε την ιδέα της επίθεσης, και ο Φουκουγιάμα επέστρεψε στις επάλξεις πιέζοντας για μια επίθεση στο Ιράκ. Στις 20 Σεπτεμβρίου 2001, κάτι παραπάνω από μια εβδομάδα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, πρόσθεσε την υπογραφή του σε μια ρητή απαίτηση για πόλεμο, που παρέβλεπε οτιδήποτε είχε να κάνει με διασυνδέσεις με την Αλ Κάιντα και δεν έκανε καν τον κόπο να επισείσει την απειλή των όπλων μαζικής καταστροφής:
Μπορεί η ιρακινή κυβέρνηση να παρείχε κάποια συνδρομή στην πρόσφατη επίθεση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά ακόμα και αν τα στοιχεία δεν συνδέουν άμεσα το Ιράκ με την επίθεση, οποιαδήποτε στρατηγική στοχεύει στην εξόντωση της τρομοκρατίας και των υποκινητών της πρέπει να περιλαμβάνει μια αποφασιστική προσπάθεια για την απομάκρυνση του Σαντάμ Χουσεΐν από την εξουσία στο Ιράκ. Η αποτυχία ανάληψης μιας τέτοιας προσπάθειας θα αποτελέσει μια πρόωρη και ίσως αποφασιστική υποχώρηση στον πόλεμο ενάντια στη διεθνή τρομοκρατία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει επομένως να παράσχουν πλήρη στρατιωτική και οικονομική αρωγή στην ιρακινή αντιπολίτευση. Η αμερικανική στρατιωτική δύναμη πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να δημιουργήσει μια “ασφαλή ζώνη” στο Ιράκ, στην οποία η αντιπολίτευση να μπορεί να λειτουργήσει. Και οι αμερικανικές δυνάμεις πρέπει να είναι προετοιμασμένες να υποστηρίξουν τη δέσμευσή μας απέναντι στην ιρακινή αντιπολίτευση με όλα τα απαραίτητα μέσα.
Για καλό και για κακό, οι υπογράφοντες πρόσθεσαν ότι «οποιοσδήποτε πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία πρέπει να στοχεύει τη Χεζμπολάχ» και να προετοιμάζεται για «κατάλληλα αντίποινα» ενάντια στη Συρία, στο Ιράν και στους υποστηρικτές τους.
Δεν υπενθυμίζουμε αυτή την καμπάνια για αίμα και ατσάλι στη Μέση Ανατολή προκειμένου να ενοχοποιήσουμε τον Φουκουγιάμα αποκλειστικά. Ούτως ή άλλως το Κογκρέσο θα έδινε το πράσινο φως για τον πόλεμο στο Ιράκ, ουσιαστικά με απόλυτη δικομματική ομοφωνία. Ωστόσο, η εμπλοκή του Φουκουγιάμα, βαθύτερη στην περίπτωση της Βαγδάτης απ’ ό,τι θα ήθελε τώρα να πιστέψουμε, εγείρει ένα σημαντικό ερώτημα: Γιατί, ενώ αρχικά είχε δεσμευτεί τόσο πολύ απέναντι στην περιπέτεια του Ιράκ, αργότερα διέκοψε έτσι απότομα τις σχέσεις με τους πρώην πνευματικούς συμμάχους του; Οι καταστροφές της κατοχής είναι, φυσικά, ο προφανέστερος λόγος – όλα τα πλάσματα, μεγάλα και μικρά, εγκαταλείπουν τη βάρκα που μπάζει νερά. Αυτό όμως δεν μπορεί να είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο ο Φουκουγιάμα άλλαξε γνώμη. Ισχυρίζεται ότι είχε πάψει να πιστεύει στην εισβολή πριν αρχίσει ο πόλεμος, και δεν υπάρχει κανένας λόγος να το αμφισβητήσουμε. Επιπλέον, η απομυθοποίηση, λόγω της έλλειψης επιτυχίας στην πράξη, μιας επιχείρησης που θεωρούνταν σε γενικές γραμμές αξιέπαινη, είναι μάλλον κοινή μεταξύ των συντηρητικών, χωρίς όμως να οδηγεί στο είδος της ιστορικής κριτικής και της αποστασιοποίησης την οποία έχει υιοθετήσει ο Φουκουγιάμα. Θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η επιχείρηση Ιρακινή Ελευθερία έχει πάει στραβά, ή ακόμα και εξετάζοντάς την αναδρομικά ότι ήταν από την αρχή λάθος, χωρίς να γραφτεί η νεκρολογία για το νεοσυντηρητισμό. Τι απομάκρυνε ξαφνικά τον Φουκουγιάμα από τους πνευματικούς συντρόφους του;
Δύο είναι οι διασπαστικοί παράγοντες που μπορούν να συναχθούν από την Αμερική στο σταυροδρόμι και το δοκίμιο «Η στιγμή των νεοσυντηρητικών» («The Neoconservative Moment») στο Public Interest που προηγήθηκε. Ο Φουκουγιάμα δεν ασπαζόταν στον ίδιο βαθμό με τους Εβραίους συναδέλφους του τη δέσμευση απέναντι στο Ισραήλ. Στο Public Interest παραπονέθηκε όχι ακριβώς επειδή οι αμερικανικοί στόχοι στη Μέση Ανατολή υποτάσσονται στους ισραηλινούς, αλλά περισσότερο επειδή πάρα πολλοί σύντροφοί του συμμερίζονται την ισραηλινή θεώρηση του αραβικού κόσμου. Η απειλή της ένοπλης επέμβασης στην περιοχή ίσως να φαίνεται λογική για το Τελ Αβίβ, παρατήρησε, τα πράγματα όμως δεν είναι απαραιτήτως έτσι και για την Ουάσιγκτον. Η κριτική του ήταν αρκετά διακριτική, αλλά η απάντηση που πήρε οργισμένη. Ο Τσαρλς Κραουτχάμμερ (Charles Krauthammer) χρέωσε τον Φουκουγιάμα με την επινόηση ενός «νέου τρόπου εξιουδαϊσμού του νεοσυντηρητισμού», λιγότερο ανεπεξέργαστου από τις συκοφαντίες του Πατ Μπιουκάναν (Pat Buchanan) και του Μαλαισιανού πρώην πρωθυπουργού Μαχατίρ Μπιν Μοχάμαντ, αλλά εξίσου γελοίου – οδηγώντας τον Φουκουγιάμα στη συνέχεια να εναντιωθεί στις κατηγορίες για αντισημιτισμό. Προφανώς καμένος από αυτόν το διαπληκτισμό, και ενήμερος για τη γενικότερη ευαισθησία του θέματος, ο Φουκουγιάμα δεν επανέρχεται στην Αμερική στο σταυροδρόμι, εξηγώντας ότι η νοοτροπία που είχε επικρίνει, «ενώ υπάρχει όντως σε ορισμένα άτομα, δεν μπορεί να αποδοθεί ευρύτερα στους νεοσυντηρητικούς», προσφέροντας τον κλάδο ελαίας της καθολικής υποστήριξης των κυβερνητικών πολιτικών για την Παλαιστίνη. Πίσω από την τυπική ευγένεια, είναι αμφισβητήσιμο κατά πόσο οι επιφυλάξεις του έχουν εξαφανιστεί.
Ένας άλλος λόγος, εντούτοις, υπήρξε αναμφισβήτητα σημαντικότερος. Ένα ταξίδι στην Ευρώπη το καλοκαίρι του 2003, όπως έχει εξηγήσει ο Φουκουγιάμα, του άνοιξε τα μάτια για το φόβο που αισθάνονταν πολλοί, ακόμα και από τους πλέον αφοσιωμένους θαυμαστές της Αμερικής, απέναντι στη μονομέρεια της προεδρίας Μπους. Η απογοήτευση που εκφράστηκε από έναν τέτοιο στυλοβάτη του ατλαντισμού, όπως ο συντάκτης της Financial Times, οδήγησε σε προβληματισμό. Αξίζει πραγματικά τον κόπο μια εξωτερική πολιτική που θα αποξένωνε τους πιο στενούς συμμάχους μας; Αντίθετα από το Ισραήλ, το οποίο μετά την αρχική αποκήρυξη του Φουκουγιάμα μόλις και μετά βίας εμφανίζεται στην Αμερική στο σταυροδρόμι, η Ευρώπη παρουσιάζεται σε όλη της τη διάσταση. Ο Φουκουγιάμα κρούει τον ύστατο κώδωνα για τις αντιδράσεις στην κυβέρνηση Μπους. Η ρωγμή που προκλήθηκε από τον πόλεμο στο Ιράκ δεν είναι μια τυχαία φιλονικία, όπως θεωρεί. Πρόκειται για μια «δομική μεταστροφή» στη δυτική συμμαχία. Με εκατομμύρια ανθρώπους στους δρόμους, «η Ευρώπη δεν είχε ποτέ πριν εμφανιστεί τόσο αυθόρμητα ενωμένη γύρω από ένα θέμα, γι’ αυτό και ο πρώην Γάλλος υπουργός Οικονομικών Στρως-Καν αποκάλεσε τις διαδηλώσεις “γέννηση του ευρωπαϊκού έθνους”». Ο αντιαμερικανισμός αφηνιάζει πέρα από τον Ατλαντικό και θέτει σε κίνδυνο την ενότητα της Δύσης.
Αν και παρόμοιοι φόβοι είναι πια διαδεδομένοι, μικρή σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Η ευρωπαϊκή εχθρότητα απέναντι στον πόλεμο είναι εκτενής αλλά όχι βαθιά. Η εισβολή βρήκε μεγάλη αντίσταση, αλλά αφότου ολοκληρώθηκε δεν έδωσε αφορμή για περαιτέρω διαμαρτυρία. Οι διαδηλώσεις ενάντια στην κατοχή είναι λίγες και σποραδικές, σε απόλυτη αντίθεση με το παγκόσμιο κύμα διαμαρτυρίας που είχε προκαλέσει ο πόλεμος στο Βιετνάμ. Η βρετανική κυβέρνηση που συμμετείχε στην αμερικανική επίθεση δεν τιμωρήθηκε στις εκλογές. Η γερμανική κυβέρνηση που αντιτάχθηκε στην εισβολή σύντομα βοηθούσε υπογείως, παρέχοντας πληροφορίες για στόχους στη Βαγδάτη και διευκολύνοντας τη CIA στις απαγωγές. Η γαλλική κυβέρνηση, που κατηγορήθηκε από τον Φουκουγιάμα ότι πρόδωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες στο Συμβούλιο Ασφαλείας, στην πραγματικότητα είπε στον Λευκό Οίκο να προχωρήσει χωρίς νέο ψήφισμα και συνεργάστηκε στενά με την Ουάσιγκτον για να εγκαθιδρύσει τα κατάλληλα καθεστώτα στην Αϊτή και στον Λίβανο. Όλοι είναι ενωμένοι στο ζήτημα του Ιράν. Η ευρωπαϊκή εχθρότητα απέναντι στην παρούσα προεδρία είναι περισσότερο πικάρισμα παρά ανοχή. Ενόχλησε κυρίως η αδιαφορία για τη διπλωματική λεπτότητα και η ανεπαρκής εκδήλωση πραγματικής αντί φαινομενικής φιλοτιμίας. Οι ελίτ και οι μάζες ομοίως είναι προσκολλημένες στα πέπλα που παραδοσιακά καλύπτουν την ενδοτικότητα στην αμερικανική βούληση, και αγανακτούν με μια κυβέρνηση που τα έχει εγκαταλείψει. Οι διαμαρτυρίες αυτού του είδους, ζήτημα ύφους παρά ουσίας, θα ξεπεραστούν επιστρέφοντας στην ευπρέπεια. Τυχόν αποκατάσταση του Κλίντον αναμφισβήτητα θα επέφερε μια άμεση και ενδιαφέρουσα επανένωση του Παλαιού Κόσμου με τον Νέο.
Στο σημείο αυτό ο Κραουτχάμμερ φάνηκε πιο οξυδερκής από τον κριτή του. Απορρίπτοντας την ανησυχία του Φουκουγιάμα ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική βρίσκεται σε κίνδυνο επειδή έχει απωλέσει τη διεθνή νομιμοποίηση, δίκαια παρατήρησε ότι η Αμερική δεν απειλείται από κάποια έλλειψη διαβεβαιώσεων εκ μέρους της ΕΕ ή ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών –έχει άφθονες τέτοιες εγκρίσεις, όπως σημειώνει– αλλά από την ιρακινή εξέγερση. Είναι η θέληση της αντίστασης που απειλεί το δόγμα Μπους. Τα υπόλοιπα έχουν μικρή σημασία. Χωρίς την ιρακινή αντίσταση, την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν θα την ενοχλούσε η κατάληψη του Ιράκ περισσότερο από ό,τι του Παναμά.
Η παρερμήνευση των ευρωπαϊκών αισθημάτων από τον Φουκουγιάμα είναι συνηθισμένη. Η άποψή του για τον ισλαμικό φονταμενταλισμό από την άλλη πλευρά είναι ευχάριστα πρωτότυπη, σε αντίθεση τόσο με το περιβάλλον του όσο και με την επικρατούσα ορθότητα. Σε σύγκριση με τους μεγάλους ιστορικούς αντιπάλους της καπιταλιστικής δημοκρατίας, το φασισμό και τον κομμουνισμό, η Αλ Κάιντα και οι διασυνδέσεις της είναι μια μικροσκοπική δύναμη. Δεν έχουν καμία πιθανότητα να επιφέρουν σοβαρή ζημιά στην αμερικανική κοινωνία –εκτός αν με κάποιον τρόπο αποκτήσουν όπλα μαζικής καταστροφής–, πόσο μάλλον να μετατραπούν σε παγκόσμια απειλή για τον φιλελεύθερο πολιτισμό. Η διακήρυξη ενός γενικευμένου «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία» αποτελεί μια άσκοπη υπερβολή έναντι των καίριων επεμβάσεων που απαιτούνται για να πατάξουν τη χούφτα των φανατικών υποστηρικτών που ονειρεύονται ένα νέο χαλιφάτο. Ο πανικός απέναντι σε αυτή τη σχετικά δευτερεύουσα απειλή ενέχει τον κίνδυνο σημαντικών λανθασμένων υπολογισμών και πρέπει να αποφεύγεται, προπάντων από τους Αμερικανούς, οι οποίοι μετά την 11η Σεπτεμβρίου δεν απειλούνται τόσο από περαιτέρω επιθέσεις όσο οι Ευρωπαίοι, που στα εδάφη τους βρίσκεται μεγαλύτερος αριθμός μουσουλμάνων.
Πρόκειται για μια αργοπορημένη σκέψη, ύστερα από τόσο θρήνο για τον όλεθρο στις ανοικτές επιστολές, δεν παύει όμως να αποτελεί χαρακτηριστικό του τρόπου γραφής του Φουκουγιάμα, του οποίου ο τόνος γενικά είναι συγκρατημένος και νηφάλιος. Η κρίση του μας πηγαίνει πίσω στη λογική του συνολικού του έργου. Το πασίγνωστο επιχείρημα στο έργο Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος έλεγε ότι με την ήττα του κομμουνισμού, που ακολούθησε εκείνη του φασισμού, δεν ήταν πλέον διανοητή καμία βελτίωση στον φιλελεύθερο καπιταλισμό ως κοινωνική μορφή. Ο κόσμος θα εξακολουθούσε να είναι γεμάτος συγκρούσεις, οι οποίες θα συνέχιζαν να προκαλούν απροσδόκητα γεγονότα, αλλά δεν θα άλλαζαν το τελεσίδικο αυτό γεγονός. Δεν υπήρχε καμία εγγύηση για ένα γρήγορο ταξίδι της ανθρωπότητας από κάθε γωνιά της Γης με προορισμό μια ακμάζουσα, ειρηνική δημοκρατία, βασισμένη στην ιδιωτική ιδιοκτησία, τις ελεύθερες αγορές και τις ομαλές εκλογές, όλα αυτά που όμως θα σήμαιναν το τέλος της ιστορικής ανάπτυξης. Η περάτωση της κοινωνικής εξέλιξης δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί συνολικά ως ευλογία. Διότι αναπόφευκτα θα επερχόταν μια ύφεση των θεωρητικών εντάσεων, ίσως ακόμα και μια μονότονη ζωή. Διαβλέπει κανείς τη νοσταλγία για πιο ριψοκίνδυνους και ηρωικούς χρόνους.
Η φιλοσοφική βάση αυτής της κατασκευής προήλθε, όπως εξήγησε ο Φουκουγιάμα, από την αναθεώρηση της διαλεκτικής της αναγνώρισης του Χέγκελ από έναν Ρώσο εξόριστο στη Γαλλία, τον Αλεξάντρ Κοζέβ (Alexandre Kojève), σύμφωνα με τον οποίο αιώνες αγώνων μεταξύ κυρίων και δούλων –δηλαδή μεταξύ των κοινωνικών τάξεων– είχαν οδηγήσει στο κατώφλι της οριστικής ισότητας, μιας «καθολικής και ομοιογενούς κατάστασης» που θα σταματούσε την ιστορία. Τη σύλληψη αυτή την ταύτιζε με το σοσιαλισμό, και αργότερα με τον καπιταλισμό, πάντα βέβαια με μια ανεξιχνίαστη ειρωνεία.
Ο Φουκουγιάμα υιοθέτησε αυτή την αφηγηματική δομή βασίζοντάς την, όμως, σε μια οντολογία της ανθρώπινης φύσης αρκετά ξένη προς τον Κοζέβ, η οποία αντλήθηκε από τον Πλάτωνα και διαμορφώθηκε –με μια πιο συντηρητική οπτική– από τον Στράους. Ο Kοζέβ και ο Στράους εκτιμούσαν ο ένας τον άλλο ως συνομιλητή και μοιράστηκαν πολλά θεωρητικά σημεία, όμως πολιτικά –αλλά και μεταφυσικά– ήταν πολύ απομακρυσμένοι. Ο Στράους, ένας αδιάλλακτος φιλόσοφος της Δεξιάς, δεν είχε καιρό για τον Χέγκελ, πόσο μάλλον για τον Μαρξ. Στα μάτια του, όσα συμπέραινε ο Κοζέβ από τις έννοιες της ελευθερίας και της ισότητας θα μπορούσαν μόνο να προοιωνίζουν την ισοπέδωση, την πλανητική τυραννία. Πίστευε σε ειδικά καθεστώτα και στη φυσική ιεραρχία.
Κατά συνέπεια, υπήρξε πάντα μια ένταση στον τρόπο που ο Φουκουγιάμα συνέθεσε τις δύο πηγές του. Η σύνθεση αυτή πήρε σάρκα και οστά στα τελευταία χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, τότε όμως μπορούσε να παραμείνει κρυμμένη, επειδή τα καθολικά συμφέροντα του δημοκρατικού καπιταλισμού προστάτευε ομοφώνως, χωρίς φοβερή προσπάθεια, η Pax americana: Δεν υπήρχε καμία σημαντική αντίφαση μεταξύ του ελεύθερου κόσμου και της αμερικανικής ηγεμονίας. Μόλις όμως ο κομμουνισμός εξαλείφθηκε στη Ρωσία και ουδετεροποιήθηκε στην Κίνα, προέκυψε μια νέα κατάσταση. Από τη μια πλευρά δεν υπήρχε πλέον ένας κοινός εχθρός για να αναγκάσει άλλα καπιταλιστικά κράτη να πειθαρχήσουν αποδεχόμενα την αμερικανική εξουσία. Συγχρόνως όμως, η εξαφάνιση της ΕΣΣΔ αύξησε κατά πολύ την παγκόσμια επικράτεια του αμερικανικού κράτους. Κατά συνέπεια, όταν η ηγεμονία ήταν αντικειμενικά λιγότερο απαραίτητη για το σύστημα συνολικά, υποκειμενικά ήταν αναγκασμένη να γίνει πιο φιλόδοξη απ’ ό,τι πριν, έως σήμερα που είναι παγκοσμίως η μόνη υπερδύναμη. Με αυτούς τους όρους, ήταν αναπόφευκτο οι καθολικές απαιτήσεις του συστήματος σε κάποιο βαθμό να αποκλίνουν από τους χειρισμούς του μοναδικού επικεφαλής έθνους-κράτους. Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να γίνει κατανοητή η Αμερική στο σταυροδρόμι. Για τον Φουκουγιάμα η ρήξη με το νεοσυντηρητισμό οφειλόταν στις μεταξύ τους αγεφύρωτες διαφορές. Στον πυρήνα του βιβλίου υπάρχει μια εκτεταμένη επίθεση στην αμερικανική «μοναδικότητα» (exceptionalism), δηλαδή στο δόγμα ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι διαφορετικές από άλλες χώρες και μπορούμε να τις εμπιστευτούμε ότι χρησιμοποιούν τη στρατιωτική ισχύ δίκαια και σοφά, με τρόπο που οι άλλες δυνάμεις δεν θα μπορούσαν». Αυτή την απάτη διακηρύσσουν ο Κρίστολ και ο Κέηγκαν, υποστηρίζει ο Φουκουγιάμα, η οποία έχει προκαλέσει την εχθρότητα των συμμάχων και έχει οδηγήσει στα υπερφίαλα λάθη του πολέμου στο Ιράκ.
Πολιτικά, τα πιστεύω του Φουκουγιάμα διαμορφώθηκαν σε μια στραουσιανή μήτρα. Η πνευματική σφραγίδα του Κοζέβ όμως έφτασε βαθύτερα, τροφοδοτώντας το κύριο αφήγημα του Φουκουγιάμα. Αναγκασμένος από τις μεταβολές του στρατηγικού τοπίου να επιλέξει μεταξύ της λογικής των δύο, ο Φουκουγιάμα επέτρεψε στο μυαλό του να επικρατήσει της καρδιάς του. Εάν αποχώρησε από τη συντροφιά των νεοσυντηρητικών, αυτό συνέβη επειδή ο πόλεμος στο Ιράκ άφησε να διαφανεί μια μεταξύ τους γενεαλογική διαφορά. Στην προέλευση, οι βασικές ιδέες του ήταν ευρωπαϊκές, με έναν τρόπο που οι δικές τους δεν υπήρξαν ποτέ. Ο Κοζέβ θεώρησε πράγματι τη δημιουργία μιας υπερεθνικής Ευρώπης ως τον αποφασιστικό λόγο που ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, αντί για έναν ακόμα εθνικά περιορισμένο σοσιαλισμό, αποδείχτηκε, αντίθετα προς τις αρχικές προσδοκίες του, ο κοινός προορισμός της ανθρωπότητας. Για τον Στράους, από την άλλη πλευρά, ο οποίος στο παρελθόν ήταν σιωνιστής, τα καθεστώτα ήταν από τη φύση τους ειδικά: Τα παγκόσμια σχέδια δεν τον συγκινούσαν. Αν και δεν υπήρξε μεγάλος θαυμαστής της αμερικανικής κοινωνίας, σεβάστηκε τους «Πατέρες» της και δημιούργησε μια φλογερά εθνικιστική σχολή συνταγματικών φιλοσόφων. Οι επιλογές των διαφόρων νεοσυντηρητικών κληρονόμων αντικατοπτρίζουν τις αντίστοιχες γενεαλογίες τους.
Φυσικά, καμία πλευρά δεν αποκηρύσσει τις ανησυχίες της άλλης, οι οποίες αντίθετα παραμένουν κοινές εκατέρωθεν. Μάλλον, είναι ο τρόπος που αυτές συνδυάζονται –η μέση λύση που βρίσκεται μεταξύ των δύο– που φτιάχνει κάτι ξεχωριστό. Ο Κρίστολ και ο Κραουτχάμμερ μπορεί να είναι Αμερικανοί πατριώτες, αλλά αυτό είναι δευτερεύον απέναντι στη δέσμευσή τους για τη διάδοση της καπιταλιστικής δημοκρατίας σε όλο τον κόσμο: Από αυτήν την άποψη, λίγες παγκοσμιότητες είναι τόσο επιθετικές όσο η δική τους. Αντίστροφα, ο Φουκουγιάμα μπορεί να επικρίνει την αμερικανική μοναδικότητα, σίγουρα όμως δεν έχει εγκαταλείψει το μερίδιο της εθνικής κληρονομιάς του. Το νέο περιοδικό του δεν ονομάζεται τυχαία American Interest (Αμερικανικό συμφέρον). Ο Κραουτχάμμερ αποκαλεί την οπτική του «δημοκρατικό ρεαλισμό», ενώ ο Φουκουγιάμα ορίζει το όραμά του ως «ρεαλιστικό ουιλσονισμό». Μια διάκριση χωρίς διαφορά; Όχι ακριβώς – μάλλον μια αντιστροφή στην οποία τα ουσιαστικά δείχνουν την αρχική, και τα επίθετα τη δευτερεύουσα προσήλωση. Για τον πυρήνα των νεοσυντηρητικών, η αμερικανική ισχύς είναι η μηχανή της παγκόσμιας ελευθερίας: Ούτε υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε απόκλιση μεταξύ των δύο. Για τον Φουκουγιάμα, η σύμπτωση δεν είναι αυτόματη. Το ένα μπορεί να αποσυνδεθεί από το άλλο – και τίποτα δεν είναι πιο πιθανό να τα εξαναγκάσει σε διαχωρισμό από τη δήλωση ότι πάνε πάντα μαζί, στο όνομα της μοναδικής αμερικανικής αρετής, που δεν θα πείσει όμως κανέναν. Το θέτει ως εξής: «Η άποψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες συμπεριφέρονται με αδιαφορία στην παγκόσμια σκηνή δεν είναι ευρέως αποδεκτή επειδή δεν είναι πέρα για πέρα αληθινή και, πράγματι, δεν θα μπορούσε να είναι αλήθεια εφόσον οι Αμερικανοί ηγέτες αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους απέναντι στον αμερικανικό λαό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σε θέση να δρουν γενναιόδωρα, παρέχοντας παγκοσμίως δημόσια αγαθά, και είναι ακόμα πιο γενναιόδωρες όταν τα ιδανικά συμπίπτουν με τα συμφέροντά τους. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι επίσης και μια μεγάλη δύναμη με συμφέροντα που δεν σχετίζονται με τα παγκόσμια δημόσια αγαθά». Η άρνηση αυτής της προφανούς αλήθειας οδηγεί σε πολιτικές που βλάπτουν τα αμερικανικά συμφέροντα και δεν αποφέρουν παγκόσμια αγαθά: Δείτε τη Βαγδάτη.
Πώς αυτά μπορούν να εναρμονιστούν με τον καλύτερο τρόπο; Ο Φουκουγιάμα παραμένει πλήρως δεσμευμένος στην αμερικανική αποστολή να διαδοθεί η δημοκρατία ανά τον κόσμο, με τη χρήση όλων των αποτελεσματικών μέσων που έχει στη διάθεσή της η Ουάσιγκτον για το σκοπό αυτό. Η κριτική του στην κυβέρνηση Μπους συνίσταται στο ότι η πολιτική της στη Μέση Ανατολή δεν είναι μόνο ατελέσφορη αλλά και αντιπαραγωγική. Η προώθηση της εκ των έσω αλλαγής του καθεστώτος από τον σωστό συνδυασμό οικονομικών και πολιτικών πιέσεων είναι ένα θέμα. Η στρατιωτική δράση για την εξωτερική επιβολή του είναι ένα άλλο, που συνέβαλε και στη δυστυχία. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει καμία αυστηρή διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο στο αυτοκρατορικό ρεπερτόριο. Ο Φουκουγιάμα ξεχνά την επιτυχημένη συντριβή των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, της οποίας ο Ρόμπερτ Κέηγκαν είναι ο σημαντικότερος ιστορικός – ένας θρίαμβος της πολιτικής θέλησης που μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο Φουκουγιάμα τότε θα επιδοκίμαζε. Σήμερα, αμέσως μετά το Ιράκ, ο ίδιος επιδιώκει να αποστασιοποιηθεί από τέτοιες μορφές ακτιβισμού. Τώρα εξηγεί ότι δεν υπάρχει κανένας οικουμενικός πόθος για ελευθερία που να εξασφαλίζει ότι όπου μια κοινωνία απελευθερώνεται από την τυραννία εκεί θα αναδυθεί η δημοκρατία. Η σύγχρονη ελευθερία απαιτεί τυπικώς ορισμένα επίπεδα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης ως προαπαιτούμενα για τη στήριξή της. Αυτά δεν μπορούν να δημιουργηθούν εν μια νυκτί, αλλά πρέπει να παγιωθούν προσεκτικά στη διάρκεια πολλών χρόνων. Ούτε οι νεοφιλελεύθερες συνταγές, που στηρίζονται αποκλειστικά στα κίνητρα της αγοράς, θα φέρουν την απαιτούμενη τάξη και ευημερία. Γι’ αυτό ένα ισχυρό κράτος, ικανό για «καλή διακυβέρνηση», είναι ο ουσιαστικός όρος, και μια λογική αμερικανική πολιτική θα δώσει συχνά προτεραιότητα στην καλλιέργεια τέτοιας κρατικής τάξης απ’ ό,τι στην οικοδόμηση της δημοκρατίας στα πλέον επικίνδυνα μέρη του κόσμου.
Στην υπηρεσία αυτής της αναθεώρησης, ο Φουκουγιάμα διαστρεβλώνει την αρχική κατασκευή του. Το Τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος, μας διαβεβαιώνει, ήταν στην πραγματικότητα μια άσκηση στη θεωρία του εκσυγχρονισμού. Το μόνο που ισχυρίστηκε ήταν ότι υπήρχε καθολική επιθυμία, όχι για ελευθερία, αλλά για υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, το οποίο δημιουργούσε μια μεσαία τάξη με την τάση να επιδιώκει την πολιτική συμμετοχή, ενώ η δημοκρατία προέκυπτε τελικά ως υποπροϊόν αυτής της διαδικασίας. Η εκλαΐκευση ενός σύνθετου επιχειρήματος στη φιλοσοφία της ιστορίας δεν αποτελεί αποκλειστικά μια προσπάθεια να απλοποιήσει το μήνυμά του για ένα ευρύτερο ακροατήριο. Χαρακτηρίζεται και από μια διάθεση αυστηρής λογοκρισίας. Στο έργο που έκανε τον Φουκουγιάμα γνωστό, η επιδίωξη της αναγνώρισης και η παρακίνηση από την επιθυμία (που οδηγούν αντίστοιχα την προσπάθεια για ισότητα και πρόοδο της επιστήμης) ήταν οι δύο μοχλοί της ιστορίας. Η μεταξύ τους αλληλουχία δεν ήταν ποτέ το ατού της θεωρίας, δημιουργώντας έτσι σημαντικά χάσματα στην κατάληξη του επιχειρήματος. Αλλά στη δομή του αφηγήματος συνολικά, η ιδιαίτερη σημασία που τους αποδίδει ο Φουκουγιάμα είναι αδιαπραγμάτευτη. Η «επιθυμία που βρίσκεται πίσω από την επιθυμία» του οικονομικού ατόμου ήταν «μια τελείως μη οικονομική παρόρμηση, η προσπάθεια για αναγνώριση». Η πολιτική διαλεκτική ήταν τόσο έντονη που αποτέλεσε τον «πρωταρχικό μοχλό της ανθρώπινης ιστορίας». Ο διανοητικός κόσμος του Αλεξάντρ Κοζέβ βρισκόταν πολύ μακριά από εκείνον των θεωρητικών του εκσυγχρονισμού, όπως ο Ντάνιελ Λέρνερ (Daniel Lerner) και ο Γκάμπριελ Άλμοντ (Gabriel Almond).
Εάν αυτό το όραμα εμφανίζεται τώρα σαν βάρος για τον Φουκουγιάμα, ίσως να συμβαίνει επειδή ήταν μια θεωρία θανάσιμης σύγκρουσης. Ο Χέγκελ και ο Κοζέβ ήταν, ο καθένας στην εποχή του (Ιένα, Στάλινγκραντ), φιλόσοφοι του πολέμου. Η κληρονομιά τους είναι πάρα πολύ αγωνιστική για να τραβηχτεί μια γραμμή μεταξύ των πρόσφατων συστάσεων για πολιτική δεξιοτεχνία εκ μέρους του Φουκουγιάμα και της δημοκρατικής υπομανίας των τέως φίλων του από το The Weekly Standard. Οι κοινοτοπίες της θεωρίας του εκσυγχρονισμού είναι ασφαλέστερες. Ωστόσο υπάρχει ένα τίμημα που πρέπει να καταβληθεί για την πτώση στο πνευματικό επίπεδο της «Οικοδόμησης του έθνους 101» («Nation-Building 101») – τίτλος, δεν αστειεύομαι, ενός από τα πρόσφατα δοκίμια του Φουκουγιάμα. Ως επαγγελματίας κοινωνικός επιστήμονας, δεν μπορεί παρά να είναι αρμόδιος. Στην κριτική του για την ελεύθερη αγορά υπάρχουν συνταγές για την ανάπτυξη στις φτωχές χώρες, και η απαίτησή του για ισχυρή δημόσια εξουσία μπορεί να διαβαστεί ως ψήγμα ανάμνησης της εγελιανής του συγκρότησης: η ιδέα του κράτους ως φορέα της έλλογης ελευθερίας. Ωστόσο, οι διάφορες προτάσεις με τις οποίες τελειώνει η Αμερική στο σταυροδρόμι (μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην ήπια δύναμη, περισσότερες διαβουλεύσεις με τους συμμάχους, σεβασμός των διεθνών οργάνων) είναι απελπιστικής προβλεψιμότητας, όπως οι κοινοτοπίες κάθε ευσυνείδητου άρθρου εκδότη ή περιοδικού στη Γη. Το περισσότερο που μπορεί να ειπωθεί για τις προτάσεις αυτές είναι ότι, προσφέροντας ένα δικομματικό φυλλάδιο για την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής, εξασφαλίζουν μια καλά διαφημισμένη ψήφο για τον Κέρρυ και έχουν την κατανόηση του Μπρζεζίνσκι, ο οποίος εκδίδει το American Interest με τον Φουκουγιάμα. Δεν υπάρχει η παραμικρή πρόταση στις σελίδες αυτές για οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή στην κλιμακούμενη συσσώρευση στρατιωτικών βάσεων σε όλο τον κόσμο, ή για τη λαβή των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή, πόσο μάλλον για τη συμβίωση με το Ισραήλ. Όλα όσα οδήγησαν τη χώρα στην 11η Σεπτεμβρίου παραμένουν σε ισχύ.
Είναι αρκετό να δει κανείς το ισοπεδωτικό δοκίμιο των Τζων Μηρσάιμερ (John Mearsheimer) και Στήβεν Ουώλτ (Stephen Walt) για το ισραηλινό λόμπι στο London Review of Books –το οποίο δεν είναι τυχαίο ότι δεν έχει δημοσιευτεί στη χώρα μας– για να κατανοήσει το τεράστιο κενό ανάμεσα στα αναμασήματα στρατηγικής αυτού του είδους και στον αμιγώς κριτικό αναστοχασμό πάνω στην αμερικανική εξωτερική πολιτική από φιλοσόφους που έχουν κερδίσει τον τίτλο του «ρεαλιστή». Ενώ ξεκίνησε το βιβλίο του υπό την αιγίδα του Ουίλσον, ο οποίος προσέφερε το Ευαγγέλιο της δημοκρατίας στους λαούς της Γης, ο Φουκουγιάμα το τελειώνει στρατολογώντας τον Μπίσμαρκ –που ήξερε πώς να αυτοσυγκρατείται την ώρα της νίκης– ως πηγή έμπνευσης για τον «εναλλακτικό τρόπο σύνδεσης των Ηνωμένων Πολιτειών με τον υπόλοιπο κόσμο». Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς θα είχε αντιδράσει στο συσχετισμό του με τα δεκατέσσερα σημεία ο σιδηρούς καγκελάριος, ο οποίος διακατεχόταν από μια κακή αίσθηση του χιούμορ. Με συνταγές όπως αυτές του Φουκουγιάμα και τόσων άλλων σήμερα, η Αμερική δεν βρίσκεται σε ένα τυχαίο σταυροδρόμι. Βρίσκεται εκεί ακριβώς που βρισκόταν πάντα, να τετραγωνίζει τον κύκλο της φιλανθρωπίας και της αυτοκρατορίας προς ίδιον όφελος.
Υποσημειώσεις
[1] Κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη. (Σ.τ.Ε.)
[2] Μεταξύ αυτών και ο Ουίλλιαμ Κρίστολ που αναφέρεται πιο πάνω. (Σ.τ.Ε.)
[3] Michael Ignatieff: φιλελεύθερος διανοούμενος, μέλος της καναδικής Βουλής. Howard Berman: Δημοκρατικός, μέλος του αμερικανικού Κογκρέσου. (Σ.τ.Ε.)
[4] Έτσι ονομαζόταν η ομάδα συμβούλων εξωτερικής πολιτικής που είχε συγκροτηθεί γύρω από τον Τζωρτζ Μπους πριν την πρώτη εκλογή του ως προέδρου. Το όνομα προέρχεται από τον ρωμαϊκό θεό Vulcanus, αντίστοιχο του Ηφαίστου. (Σ.τ.M.)
[5] Democratic Leadership Council: Οργάνωση η οποία ιδρύθηκε το 1985, μετά την επανεκλογή του Ρ. Ρέηγκαν, για να προωθήσει την ιδέα πως το Δημοκρατικό Κόμμα πρέπει να κάνει στροφή προς πιο συντηρητικές απόψεις. (Σ.τ.Ε.)
|
| |
|
|
|