MONTHLY REVIEW
ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ
Ανεξάρτητο Σοσιαλιστικό Περιοδικό
Ταυτότητα  >
Επικοινωνία  >
>
αναλυτική αναζήτηση
Περιοδικό >
Εκδόσεις >
Αναλύσεις και εξελίξεις >
»Αρχείο αναλύσεων
»Αρχείο επιλογών από το διαδίκτυο
Νέα του MR >
Σύνδεσμοι >
Θεματικό ευρετήριο >
Το δίκτυο του MR:
Αποστολή σε φίλο  Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση  Εκτύπωση
Σελίδες (1): Πρώτη << [1] >> Τελευταία
Ευρώπη και συστημική κρίση

του ΧΡΙΣΤΟΥ Σ. ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ
(10/11/2011)
Η ευρωπαϊκή κρίση χρέους ανέδειξε τις ανεπάρκειες και τα κενά της μέχρι τώρα πορείας της Ευρώπης και ταυτοχρόνως έθεσε θεμελιώδη ερωτήματα σε σχέση με τη νομιμοποίηση των επιλογών της πολιτικής ηγεσίας του ευρωπαϊκού μορφώματος στις συνειδήσεις των πολιτών των κρατών-μελών της ΕΕ.

Είναι εμφανής η έλλειψη ευρωπαϊκής διακυβέρνησης. Τώρα πλέον αναγνωρίζεται, χωρίς να προωθείται με την ταχύτητα που θα έπρεπε, η ανάγκη ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης. Ο καθένας όμως από τους Ευρωπαίους πολιτικούς ηγέτες έχει τη δική του προσέγγιση, ανάλογα με αυτά που θεωρεί ότι του επιβάλλουν οι εθνικές ανάγκες της χώρας του ή ο συσχετισμός δύναμης που εκφράζει είτε στη χώρα του είτε και διεθνώς. Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι η ύπαρξη κοινού νομίσματος, αλλά ανισόρροπης ανάπτυξης ανάμεσα στα κράτη-μέλη.

Και πώς να μην είναι έτσι, όταν διαπιστώνεται παντελής έλλειψη οράματος στο σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτικό προσωπικό και στο πολιτικό σύστημα αναφοράς του, τα οποία μάλιστα αδυνατούν να κατανοήσουν την αναγκαιότητα ύπαρξής του. Αρκούνται μόνο στην κατά τη γνώμη τους λειτουργική διαχείριση της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, πάντα βεβαίως στο πλαίσιο αναπαραγωγής κατεστημένων δομών και συστημικών ισορροπιών χωρίς να θέτουν το παραγόμενο αποτέλεσμα του κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι στη διάθεση των Ευρωπαίων πολιτών, με γνώμονα την κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτό βεβαίως είναι ερμηνεύσιμο, διότι η Ευρώπη ξεκίνησε ως ένα ελιτίστικο εγχείρημα και τώρα αποδεικνύεται, ότι πρέπει να γίνει πολύ δουλειά, ώστε να αποκτήσει και λαϊκό έρεισμα. Και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, όταν συχνά η πολιτική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων συμβάλλει στην αναβίωση εχθρικών συμπεριφορών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και αποδυναμώνει τη λογική της συνεργασίας και της συμπόρευσης σε όλα τα πεδία, από το οικονομικό μέχρι το πολιτισμικό. Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση χωρίς αλληλεγγύη μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών. Η κρίση χρέους στην ευρωζώνη αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο αυτή την αλήθεια. Ταυτοχρόνως γίνονται εμφανή και άλλα προβλήματα και παραλείψεις.

Η μη προώθηση της δημιουργίας ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και συνείδησης έχει οδηγήσει στην αδιαφορία των πολιτών για το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιείται ως αποδιοπομπαίος τράγος για τις αστοχίες και τις ανεπάρκειες των πολιτικών συστημάτων και κυβερνήσεων σε εθνικό επίπεδο. Με αυτό τον τρόπο όμως δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την αποδυνάμωση της προοπτικής διεύρυνσης της δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη σημερινή συγκυρία οι πολίτες των κρατών-μελών της ΕΕ θα έκριναν με εθνική λογική ακόμη και ευρωπαϊκά θέματα. Χαρακτηριστικό είναι το μηδαμινό ενδιαφέρον για το Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο έχει σχεδόν μηδενική επιρροή στη λήψη αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ανυπαρξία κοινωνικής και πολιτικής συνοχής στην Ευρώπη έχει φτάσει στο σημείο να διευκολύνει τη διαμόρφωση πρότασης δημιουργίας Ευρώπης πολλών κύκλων (πυρήνας και περιφερειακοί κύκλοι) για την παράκαμψη του δεδομένου της ύπαρξης κοινωνιών με διαφορετικά κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά και πολιτικά χαρακτηριστικά (Herfried Münkler, καθηγητής πανεπιστημίου στο γερμανικό περιοδικό Cicero online, 10/10/2011). Φτάνει δε στο σημείο με το επιχείρημα, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ως υπερεθνικό μόρφωμα βασίζεται μόνο στην οικονομική διάσταση και όχι στην πολιτισμική, να προτείνει, ότι θα ήταν λειτουργικότερο να μπει στην ΕΕ η Τουρκία και να εκδιωχθούν η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία. Με αυτές τις λογικές φαντάζει ως φυσικό επακόλουθο ο ευρωσκεπτικισμός και η ανάπτυξη φυγόκεντρων τάσεων στους απλούς πολίτες.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η κατάσταση σε ό,τι αφορά τη λήψη αποφάσεων από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε σχέση με τον διαθέσιμο χρόνο για την αντιμετώπιση προβλημάτων και το σχεδιασμό του μέλλοντος. Ενώ ο πολιτικός χρόνος θα έπρεπε να είναι ταχύτερος από τη ροή του χρόνου στα άλλα κοινωνικά συστήματα, ώστε να προλαμβάνουν αρνητικές εξελίξεις και να ηγούνται στη δυναμική της εξέλιξης, κάνουν το εντελώς αντίθετο και δημιουργούν πρόσθετα προβλήματα. Η κατάσταση δε επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο, διότι κινούνται με την ίδια βραδύτητα όχι μόνο οι κυβερνήσεις αλλά και το σύνολο των κομμάτων του πολιτικού συστήματος.

Η πολυπλοκότητα της παγκοσμιοποιημένης πραγματικότητας και η τεράστια εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας έχουν προσδώσει στο χρόνο μεγάλη ταχύτητα. Αυτό οφείλεται στα όρια των δυνατοτήτων του ατόμου να επεξεργαστεί πολύ περισσότερα δεδομένα στο ίδιο χρονικό διάστημα, που το έκανε στο παρελθόν και τη μη γνώση των επιπτώσεων της λήψης πολιτικών αποφάσεων, οι οποίες φιλοδοξούν να επιλύσουν υπερεθνικού χαρακτήρα προβλήματα με πολιτικές, οι οποίες έχουν εθνικές αφετηρίες και στοχεύσεις. Το τελευταίο ισχύει και στις περιπτώσεις ύπαρξης μηχανισμών επιστημονικής τεκμηρίωσης, οι οποίοι συνδράμουν το έργο είτε των κυβερνήσεων είτε των κομμάτων.

Και όσο οι αστοχίες των ευρωπαϊκών ηγεσιών διαδέχονται η μια την άλλη, τόσο μεγαλώνει το έλλειμμα σε σχέση με την κοινωνική συνοχή και τη δημοκρατική λειτουργία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ευθύνη γι’ αυτή την πορεία βαρύνει όλο το φάσμα του πολιτικού συστήματος στην Ευρώπη. Αυτό ακριβώς καθιστά το στόχο της πολιτικής ενότητας της Ευρώπης ανέφικτο, παρόλο που η πολιτική ενότητα και συνοχή αποτελούν βασική προϋπόθεση για να αποδειχθεί, ότι η Ευρώπη είναι ένα απαραίτητο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικοπολιτισμικό με αξίες μόρφωμα. Όσο οι εξελίξεις για την πολιτική ωρίμανση και θεσμική έκφραση της ενότητας σε πολιτικό επίπεδο καθυστερούν, απομακρύνεται και η προοπτική να παίξει η Ευρώπη το ρόλο που της αναλογεί σε διεθνές επίπεδο.

Αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν μας, ότι ο ευρωπαϊκός πληθυσμός ακολουθεί φθίνουσα δημογραφική πορεία και το 2050 θα αποτελεί μόνο το 8% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ το ποσοστό από άλλες ηπείρους θα αυξάνεται, όπως της Αφρικής από το 15% στο 24%, τότε προκύπτουν εύλογα ερωτηματικά για το μέλλον της Ευρώπης. Εάν οι πολιτικές ηγεσίες συνειδητοποιούν τις επιπτώσεις αυτής της δημογραφικής πορείας στις κοινωνίες που τη συναποτελούν σε ό,τι αφορά τη συνοχή τους και την ευημερία, όταν ήδη σε πλανητικό επίπεδο έχουμε μετατόπιση του κέντρου βάρους της ανάπτυξης προς ανατολάς και γενικότερα τις δυναμικά αναδυόμενες οικονομίες και εντεινόμενη αύξηση των μεταναστευτικών ροών από τις χώρες του Τρίτου Κόσμου προς τον ανεπτυγμένο Βορρά και δεν αντιδρούν, τότε αυτές οι ηγεσίες αποτελούν τον μεγαλύτερο κίνδυνο για το ευρωπαϊκό μόρφωμα.

Στη δημιουργία αυτών των συνθηκών έχει συμβάλλει και η ευρωπαϊκή Αριστερά, η οποία αρκείται σε μια πολιτική, η οποία βασίζεται σε ιδεολογήματα και καταγγελτικό λόγο, χωρίς κατάθεση συγκεκριμένων προτάσεων και συνολικής προγραμματικής θεώρησης. Ιδιαιτέρως στην Ελλάδα η εικόνα συμπληρώνεται με την ανυπαρξία διαλόγου μεταξύ των κομμάτων, ο οποίος έχει περιεχόμενο και δεν εξαντλείται στην προσπάθεια απόδειξης της ανικανότητας των αντιπάλων. Αυτό οφείλεται στη στατική θεώρηση της πραγματικότητας από την Αριστερά και τη Σοσιαλδημοκρατία. Δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους ούτε και προσπαθούν να αναλύσουν τις επιπτώσεις της πολυπλοκότητας, που επιφέρουν στην κοινωνική πραγματικότητα και το μεμονωμένο άτομο η παγκοσμιοποίηση και η καταλυτική είσοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας στην καθημερινότητά του. Δεν είναι τυχαίο, ότι στη Γερμανία άρχισαν να δημιουργούνται πολιτικά μορφώματα, όπως οι «Πειρατές», τα οποία εκφράζουν τα αδιέξοδα του κατεστημένου πολιτικού συστήματος.

Η δε Ευρώπη για την Αριστερά αποτελεί ακόμη μακρινό όνειρο. Η προσέγγιση που κάνει σε σχέση με την ΕΕ είναι επιδερμική, εάν δεν είναι αρνητική.

Γενικεύοντας πίσω από τη χρηματοπιστωτική ή τη δημοσιονομική κρίση προβάλλει η κρίση του πολιτικού συστήματος, το οποίο αντιμετωπίζει με δέος την προβληματική οικονομική πραγματικότητα χωρίς να αντιλαμβάνεται, ότι οι διαστάσεις του προβλήματος εγγίζουν και το σύστημα κοινωνικών αξιών. Γι’ αυτό αμφισβητείται τόσο έντονα και σε ορισμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, εγγίζει τα όρια της πλήρους απόρριψης από το κοινωνικό σώμα.

Η γενικευμένη κρίση μάλιστα διαμορφώνει συνθήκες ασφυξίας και παραλύει τις δυνατότητες του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί την κρίση, διότι ταυτοχρόνως ο διαθέσιμος για την αντιμετώπιση της χρόνος είναι ανεπαρκής. Έχει διευρυνθεί σε τέτοιο βαθμό η περιεκτικότητά του σε δεδομένα, ώστε τόσο το πολιτικό προσωπικό ως άτομα όσο και οι μηχανισμοί τεκμηρίωσης του πολιτικού συστήματος δεν είναι σε θέση πλέον να ανταποκριθούν στις ανάγκες που προκύπτουν. Το κίνημα των αγανακτισμένων πιστοποιεί με τον καλύτερο τρόπο αυτές τις συνθήκες αδιεξόδου.

Αν συνυπολογίσουμε δε και το διαφορετικό βαθμό ανάπτυξης, κοινωνικής οργάνωσης και πολιτισμικής σύγκλισης των ευρωπαϊκών κοινωνιών, τότε γίνεται πιο εμφανές, ότι το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα δεν διαθέτει ούτε τους μηχανισμούς ούτε τους θεσμούς για να μπορέσει να επεξεργασθεί και να υλοποιήσει εκείνες τις πολιτικές, οι οποίες θα ισορροπούν όλες αυτές τις διαφορές και θα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα λειτουργικό σχεδιασμό του μέλλοντος. Η διαρκής λήψη αποφάσεων από τις πολιτικές ηγεσίες των κρατών-μελών σε συνεχή και ταχεία ροή του χρόνου επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Επιβεβαίωση αυτής της πραγματικότητας είναι η πρακτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντιδρά στις εξωτερικές πιέσεις, αντί να λειτουργεί προληπτικά ανοίγοντας την προοπτική του μέλλοντος. Σε σχέση με την επίθεση των αγορών η αντίδρασή της έχει πυροσβεστικό χαρακτήρα. Δεν προωθεί άμεσα την επεξεργασία πρότασης για ευρωπαϊκή, οικονομική διακυβέρνηση. Με αυτή την έννοια δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα για την ανυπαρξία πρόβλεψης έστω σε επίπεδο βασικών αρχών για την περίπτωση κρίσης καθώς και μηχανισμών αντιμετώπισης κρίσεων.

Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα έχει περιέλθει σε μια πολύ ρευστή κατάσταση, η οποία οδηγεί αντικειμενικά σε αλλαγές και επαναπροσδιορισμό του, αν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες πραγματικά στοχεύουν στη δημιουργία μιας ζώνης ευημερίας και ειρήνης. Αυτός ο στόχος πρέπει να εκφρασθεί και από την κοινωνική βάση της Ευρώπης. Γι’ αυτό πρέπει να ανοίξει ένας συστηματικός διάλογος με κύριο φορέα πραγμάτωσής του την κοινωνία πολιτών. Με αυτό τον τρόπο θα καταστεί δυνατή η έκφραση του δημοσίου συμφέροντος και θα αποκτήσουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί την νομιμοποίηση των λαών της Ευρώπης, οι οποίοι τώρα παραμένουν θεατές και υφίστανται τις επιπτώσεις της κρίσης (οικονομικής, θεσμικής, πολιτικής, πολιτισμικής) ενός συστήματος, το οποίο οριοθετείται από τη λογική του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.

Το διακύβευμα είναι μεγάλο, διότι αφορά τις γενιές, οι οποίες θα κληθούν να πραγματώσουν ουσιαστικά και με βιώσιμο τρόπο όχι μόνο το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης, αλλά να δώσουν προοπτική στο ευρωπαϊκό μόρφωμα σε συνθήκες πολύ πιο δύσκολες από το παρελθόν και με προβλήματα πλανητικής εμβέλειας. Σε αυτό το πλαίσιο οι εθνικιστικές αγκυλώσεις των επιμέρους ευρωπαϊκών πολιτικών συστημάτων και ηγεσιών οδηγούν στην παρακμή και το βαθύ τέλμα την έτσι κι αλλιώς γηράσκουσα ευρωπαϊκή κοινωνία. Η ευθύνη βαρύνει όλους, περισσότερο όμως τις ηγεσίες των πιο ισχυρών κρατών. Πρέπει άμεσα να ενεργοποιηθούν υπερβατικές λογικές στο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα σε ότι αφορά το δεδομένο, ότι όλα πρέπει να αλλάξουν. Δεν είναι δυνατό οι ευρωπαϊκοί θεσμοί σε ό,τι αφορά τις οργανωτικές τους δυνατότητες και λειτουργίες να μην εξελίσσονται σύμφωνα με τις ανάγκες της δυναμικής των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Δεν είναι σίγουρο βέβαια, ότι ο χώρος της πολιτικής μπορεί να ανταποκριθεί στα νέα δεδομένα. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ελληνικό πολιτικό σύστημα, το οποίο είναι ανίκανο ακόμη και να κάνει διάλογο και να καταλήξει σε συναινέσεις με ευρωπαϊκές στοχεύσεις, ώστε να κινηθεί η πορεία της χώρας προς το μέλλον μαζί με τους υπόλοιπους λαούς της Ευρώπης. Αρκείται σε παράλληλους μονόλογους, οι οποίοι υπηρετούν μικροκομματικές σκοπιμότητες, ιδεολογήματα, ενώ στοχεύουν αποκλειστικά και μόνο στην αναπαραγωγή, ενός πολιτικού συστήματος, το οποίο δεν διαθέτει ούτε την εμπιστοσύνη ούτε την εκτίμηση του ελληνικού λαού. Αυτό οφείλεται κυρίως στην αδυναμία του πολιτικού συστήματος να εγγυηθεί την λειτουργική ισορροπία των κοινωνικών συστημάτων, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για προοπτική τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

αρχή αρχή σελίδας
 
Αποστολή σε φίλο  Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση  Εκτύπωση
Σελίδες (1): Πρώτη << [1] >> Τελευταία
MONTHLY
REVIEW
Πραξιτέλους 29,
105 60 Αθήνα
T 210 32 14 488
F 210 32 13 578
E info[at]monthlyreview[dot]gr