|
|
 |
|
|
 |
| Από τα παραλειπόμενα μίας εκδήλωσης |
του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΖΑΡΑ |
|
|
|
Οι μεγάλες και φαντασμαγορικές εορταστικές εκδηλώσεις που διοργανώνει το Βερολίνο («η αγαπημένη ευρωπαϊκή μητρόπολη», σημερινό σποτ της ΝΕΤ) με την ευκαιρία της συμπλήρωσης των 20 χρόνων από την πτώση του τείχους, οι οποίες αποκορυφώνονται με την «επιβεβλημένη» παρουσία όλων των ευρωπαίων ηγετών (ευρωπαϊκή αλληλεγγύη)(!!!) και του Ρώσου προέδρου (στρατηγική συνεργασία)(!!), δεν μπορούν να αποκρύψουν το σημαντικότατο γεγονός της μη παρουσίας του προέδρου των ΗΠΑ Ομπάμα. Παρουσία, η οποία παρόλες τις προσπάθειες και διπλωματικές πιέσεις που άσκησε το Βερολίνο, προκειμένου να την πετύχει, δεν έγινε δυνατή, με τη δικαιολογία της φορτισμένης ατζέντας που έχει ο πρόεδρος κ.λπ. Επιχείρημα, το οποίο κατά τον γερμανικό Τύπο ισοδυναμεί μ’ ένα ηχηρό «διπλωματικό χαστούκι» αν λάβει κανείς υπόψη του:
α) Ότι πριν λίγο καιρό, είχε βρει το χρόνο για μια ολιγόωρη επίσκεψή στην Κοπεγχάγη, προκειμένου να υποστηρίξει την υποψηφιότητα του Σικάγου (απ’ όπου κατάγεται) για την ανάληψη της διεξαγωγής των Ολυμπιακών αγώνων, και ιδιαίτερα β) πως, κατά τη διάρκεια της σύντομης επίσημης επίσκεψής του στη Γερμανία, αντί για μια καθαρά «επικοινωνιακή» επίσκεψη στο Βερολίνο, έχοντας προφανέστατο στόχο, επέλεξε να επισκεφτεί το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ, θυμίζοντας το απάνθρωπο πρόσωπο του τελευταίου γερμανικού «αυτονομισμού».
Την όλη «ψυχρότητα» του κλίματος που επικρατεί αυτή την περίοδο στις αμερικανογερμανικές σχέσεις επιβεβαιώνει και η απότομη απόφαση που πήρε στην κυριολεξία την τελευταία στιγμή η General Motors (βιομηχανικό συγκρότημα του οποίου οι αποφάσεις ελέγχονται και κατευθύνονται από το αμερικανικό δημόσιο), να μην πουλήσει την OPEL στο Αυστριακή MAGNA και στη ρωσική τράπεζα SPERBANK, γεγονός που εξόργισε τη γερμανική κυβέρνηση και οδήγησε και σε ανάλογες πολιτικές καταγγελίες, όπως αυτή του πρωθυπουργού του κρατιδίου της ¨Εσσης (έδρα της OPEL) Κοχ, που κατηγόρησε ευθέως την αμερικανική κυβέρνηση [1] .
Η απόφαση αυτή, τίναξε στον αέρα τα σχέδια του Βερολίνου για μια αποδυνάμωση της αμερικανικής παρουσίας στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία και την αναδιάρθρωση αυτής μέσω μιας πιο στενής συνεργασίας του Βερολίνου με τη Μόσχα.
Παράδειγμα γι’ αυτή τη συνεργασία θα αποτελούσαν οι επιτυχείς συνεργασίες μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας στον τομέα της ενέργειας (φυσικό αέριο North–Stream) και αεροπορικής βιομηχανίας (συνεργασία EADS–OAK). Όμως, αυτή η στρατηγική, η οποία θα οδηγούσε σε έναν δραστικό περιορισμό των θέσεων εργασίας στα ανάλογα εργοστάσια της OPEL στην Ισπανία και την Αγγλία, και φυσικά όχι στη Γερμανία (απόφαση της MAGNA), συνάντησε από την πρώτη στιγμή τη σθεναρή αντίδραση των συγκεκριμένων κρατών (που ως γνωστό έχουν ιδιαίτερες σχέσεις με την υπερατλαντική δύναμη), οι οποίες και ενεργοποίησαν τους ανάλογους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς αποτροπής μιας τέτοιας «εθνικο-εγωϊστικής» πολιτικής. Μάλιστα δε, αυτές οι κινήσεις της ΕΕ, αποτέλεσαν και τη «νομιμοποιητική» βάση για την αλλαγή πολιτικής της GM για την ανατροπή της απόφασης για πώληση της OPEL στις MAGNA και SPERBANK.
Οι αιτίες γι’ αυτό το κλίμα που επικρατεί στις αμερικανογερμανικές σχέσεις και που στη βάση του βρίσκονται και οι λόγοι μη πώλησης της OPEL,αλλά και η απουσία του αμερικανού Προέδρου από τις εορταστικές εκδηλώσεις αναφέρονται διεξοδικά, σ’ ένα άρθρο του πρώην αμερικανού πρεσβευτή στην Γερμανία (1997–2001) Τζων Κόρνμπλουμ, το οποίο γράφτηκε με την ευκαιρία των προαναφερόμενων εορταστικών εκδηλώσεων και δημοσιεύθηκε μόλις προχθές (6/11/09) στην Φρανκφούρτερ Αλγκεμάϊνε (FAZ) [2] . Σ’ αυτό, ο πρώην πρεσβευτής, εντοπίζει στην πολιτική του γερμανικού οικονομικοπολιτικού κατεστημένου έναν όλο και περισσότερο αυξανόμενο εθνικισμό ο οποίος έχει οδηγήσεις την Ουάσιγκτον σ’ αυτή τη δυσανασχέτηση.
Συγκεκριμένα γράφει: [...] η Γερμανία, από το 2001, σ’ ό,τι αφορά τα εθνικά της συμφέροντα συνδέει τη φιλοευρωπαϊκή ρητορική της μ’ έναν όλο αυξανόμενο εγωισμό». Ακολουθεί τα «ένστικτά της χωρίς να είναι εμφανές πώς λαμβάνεται υπ’ όψιν η ευρωπαϊκή ή και η ατλαντική ενότητα...».
Σαν συγκεκριμένα παραδείγματα αυτής της «εγωϊστικής» πολιτικής αναφέρονται:
• Η συμφωνία Γερμανίας–Ρωσίας για τον αγωγό North–Stream, η οποία οδηγεί την Ευρώπη σε μια όλο μεγαλύτερη εξάρτηση από τη γερμανορωσική συνεργασία, και • η απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου για περιορισμό της ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβόνας, εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση ή και περιορίζονται τα γερμανικά εθνικά συμφέροντα [3].
Απόφαση, η οποία, όπως γράφει ο πρώην πρεσβευτής τσιτάροντας επί λέξη τους Financial Times «[...] θυμίζοντας την πολιτική ατμόσφαιρα που επικρατούσε μετά τον Μπίσμαρκ, αντανακλά τον εθνικισμό που αυτήν περίοδο επικρατεί στο Βερολίνο».
Συμπέρασμα: όταν η Γερμανία γιορτάζει την επέτειο του ιστορικού γεγονότος που άνοιξε το δρόμο της επανόδου της στην παγκόσμια πολιτική σκακιέρα, κι ο μέχρι τώρα πάτρωνας απουσιάζει, εκβιάζει... κάτι συμβαίνει στον περίγυρο· κι εμείς, ως συνήθως βασιλικότεροι του βασιλέως, περί άλλων τυρβάζουμε...
Υποσημειώσεις:
[1] «Koch gibt US-Regierung die Schuld am Opel-Drama», Focus Online, 7/11/2009.
[2] John Kornblum, «Zentrum einer integrierten Welt», Frankfurter Allgemeine Zeitung, 6/11/2009
[3] Δικαίωμα που, η ίδια κατηγορηματικά το αρνείται στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες (σε αντίθεση με τους δικούς μας ευρωλάγνους που έτρεξαν από τους πρώτους να αποδεχτούν, τον περίφημο πλέον χρησμό της Άννας Ψαρούδα Μπενάκη περί περιορισμένης εθνικής και κρατικής κυριαρχίας...)
|
|
| |
 |
|
 |
 |
 |
|