MONTHLY REVIEW
ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ
Ανεξάρτητο Σοσιαλιστικό Περιοδικό
Ταυτότητα  >
Επικοινωνία  >
>
αναλυτική αναζήτηση
Περιοδικό >
Εκδόσεις >
Αναλύσεις και εξελίξεις >
»Αρχείο αναλύσεων
»Αρχείο επιλογών από το διαδίκτυο
Νέα του MR >
Σύνδεσμοι >
Θεματικό ευρετήριο >
Το δίκτυο του MR:
Αποστολή σε φίλο  Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση  Εκτύπωση
Σελίδες (1): Πρώτη << [1] >> Τελευταία
Η σχέση εθνικού και κοινωνικού

του ΛΕΥΤΕΡΗ ΡΙΖΑ
(05/08/2009)
> Υποσημειώσεις
Στο τεύχος Μαρτίου 2006 του Monthly Review (Νο 15/80), δημοσιεύθηκε ένα άρθρο μου με τίτλο «Το εθνικό ζήτημα, η Αριστερά και η Δεξιά σήμερα». Σε αυτό προσπάθησα να εξετάσω τη σχέση της ταξικής πάλης (των κοινωνικών αγώνων) με το εθνικό ζήτημα (τους αγώνες για τη διαμόρφωση των εθνών-κρατών, την εθνική ανεξαρτησία και τους εθνικο-απελευθερωτικούς αγώνες την εποχή του αποικιοκρατικού ιμπεριαλισμού). Αναφέρθηκα στο πώς ο μαρξισμός αντιμετώπισε το «εθνικό φαινόμενο», στη σχέση εθνικισμού και διεθνισμού και τέλος επικεντρώθηκα στη δική μας περίπτωση, της Ελλάδας. Τους αγώνες του λαού μας για την εθνική του απελευθέρωση, την απαλλαγή του από την εξάρτηση και τη σχέση που είχαν όλα αυτά με τους κοινωνικούς αγώνες – την έκβαση κάθε φορά της ταξικής πάλης που διεξάγονταν κάτω από την «εθνική» μορφή και που αυτή η έκβαση σφράγιζε κάθε φορά τη «μοίρα του έθνους», πρώτα απ’ όλα τη μοίρα του λαού μας.

Έγραφα, για τη σχέση εθνικού και κοινωνικού:
Στο πλαίσιο των εθνών διεξάγεται βέβαια η ταξική πάλη, και όπου το προλεταριάτο είναι αναπτυγμένο αριθμητικά και πολιτικά καλείται να βάλει τη σφραγίδα του στην τελική εθνική ενότητα και το χαρακτήρα που αυτή θα πάρει. Άλλωστε, είναι πια γνωστό ότι όχι μόνο η έγερση των εθνικισμών υπακούει σε κοινωνικούς όρους, αλλά και το ιστορικό αίτημα της εθνικής ολοκλήρωσης και της δημιουργίας εθνικού κράτους προϋποθέτει και υποδηλώνει κάποια εθνική ομοφωνία μόνο σ’ ένα πολύ γενικό και αφηρημένο επίπεδο. Πρακτικά και συγκεκριμένα συνεπάγεται άφευκτα διαμάχη και σύγκρουση. Γιατί θέτει αναγκαστικά και πιεστικά το ερώτημα: με ποια μορφή και με ποια στρατηγική σε τελευταία ανάλυση, από ποιον ιστορικό φορέα θα αναληφθεί (και θα ελεγχθεί) η πραγμάτωση του αιτήματος. Το κρίσιμο αυτό ερώτημα παραπέμπει αυτονόητα σε ταξικούς ανταγωνισμούς, που νομοτελειακά οξύνονται καθώς η πορεία προς την εθνική και κρατική ολοκλήρωση απαιτεί τη συντριβή των κάθε λογής αντιστάσεων «δια πυρός και σιδήρου». Όμοια με κεφαλή Ιανού, η άλλη όψη της εθνικής ολοκλήρωσης είναι μοιραία η εμφύλια σύγκρουση. Γι’ αυτό και αποτελεί κλασικό λάθος να διαχωρίζουμε και να απομονώνουμε τα κοινωνικά ζητήματα από το εθνικό. Ακριβώς από την έκβαση της εμφύλιας αναμέτρησης εξαρτάται η συγκεκριμένη μορφή εθνικής ολοκλήρωσης και προπαντός κράτους που θα προκύψει τελικά και τελεσίδικα.

Όχι μόνο το ελληνικό έθνος-κράτος γεννήθηκε και ολοκληρώθηκε μέσα από εμφύλιους αγώνες και εθνικούς διχασμούς, και φυσικά –να μην το ξεχνάμε– από εξωτερικές επεμβάσεις στο πλευρό των εκάστοτε πρόθυμων γι’ αυτό κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, αλλά η εθνογένεση όλων των σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών ήταν αποτέλεσμα σκληρών εμφύλιων ή αποσχιστικών αγώνων: Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία κ.λπ., όπως και οι ΗΠΑ.
Κι επειδή η κατανόηση αυτής της σχέσης κοινού αγώνα (εθνικού) και ταξικής πάλης φαίνεται πως παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία σήμερα για να κατανοηθεί ιδίως από την Αριστερά, πρόσθετα:
Η ενότητα και η πάλη των αντιθέτων είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε τη σχέση έθνους και ταξικής πάλης. Η αστική λογική δεν είναι διαλεκτική. Έτσι, είτε μόνο ενότητα βλέπει (έθνος) και ξορκίζει την ταξική πάλη, είτε, στην «προοδευτική» εκδοχή της, μόνο αντίθεση (ταξική πάλη). Δεν μπορεί να κατανοήσει, να συλλάβει τη δυναμική «ενότητα και πάλη των αντιθέτων.
Ακόμα κι ένα θαυμάσιο, πολύ περιεκτικό για το θέμα μας, απόσπασμα του μαρξιστή Ανρύ Λεφέβρ:
Οι τάξεις που πολώνονται, με την πάλη και τη σύγκρουση, δεν παύουν να συγκροτούν μια ενότητα. Η ενότητα αυτή παίρνει ένα όνομα (η «κοινωνία»), ένα ιδιαίτερο όνομα (το έθνος), ή μια ειδική ονομασία (καταμερισμός των συμπληρωματικών εργασιών στις μονάδες παραγωγής. Οι συγκρούσεις μάς επιτρέπουν να δώσουμε έμφαση στην ενότητα. Αντίστοιχα, μόλις έχουμε υπογραμμίσει την ενότητα, πρέπει να φωτίσουμε τη συγκρουσιακή ουσία της [1] .
Ο Μάο που ηγήθηκε ενός μακροχρόνιου αγώνα εθνικής απελευθέρωσης και κοινωνικής επανάστασης, είπε το ίδιο: «Ενότητα και πάλη των αντιθέτων». Μια φιλοσοφική διατύπωση που σίγουρα ανευρίσκεται και σε αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Στην πολιτική είναι, ως φαίνεται, πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί αυτή η αρχή. Η αστική πλευρά δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το γιατί. Δεν θέλει να αναγνωρίσει, να παραδεχτεί, ότι η κοινωνία της σπαράσσεται από ανταγωνιστικές κοινωνικές (ταξικές) αντιθέσεις. Μια τέτοια παραδοχή όχι μόνο της είναι «αδιανόητη» αλλά και πολιτικά επικίνδυνη. Δεν «νομιμοποιεί» μόνο την ταξική πάλη αλλά και τη δυνατότητα ανατροπής της – αναγνωρίζει δηλαδή ότι υπάρχει και το «τέλος της ιστορίας» της. Αντίθετα, η αναφορά, η αναγνώριση της «εθνικής ενότητας» ως της μοναδικής ύπαρξης της κοινωνίας σημαίνει ,για την αστική πλευρά, την απρόσκοπτη διαιώνιση της, το τέλος της ταξικής πάλης και των κινδύνων που προέρχονται από αυτήν. Η «ενότητα» απορροφάει, εξουδετερώνει, ξορκίζει την «αντίθεση». Ιδεολογικά και πολιτικά είναι απαραίτητη στην κυρίαρχη τάξη. Φυσικά, όταν η αντίθεση εμφανίζεται – αλλά και για να μην εμφανιστεί– κάνει τα πάντα να την καταπνίξει, θεωρώντας την παρέκκλιση από την κανονική κοινωνική πραγματικότητα και την ιστορική πορεία.

Αλλά αυτή η «λογική», αυτή η «ιδεολογία» –η «ψευδής συνείδηση»– της αστικής τάξης διαπερνά και άλλες τάξεις και στρώματα της αστικής κοινωνίας. Άλλες γιατί τα πραγματικά συμφέροντά τους εξυπηρετούνται από αυτή τη σύλληψη της κοινωνικής πραγματικότητας και άλλες γιατί απλά τους επιβάλλεται να πρέπει να σκέφτονται έτσι. Στην πρώτη κατηγορία βρίσκουμε τους μικροαστούς δημοκράτες. Έγραφε ο Καρλ Μαρξ στη 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη:
Μα ο δημοκράτης, επειδή αντιπροσωπεύει τη μικροαστική τάξη, δηλ. μια μεταβατική τάξη που μέσα σ’ αυτήν αμβλύνονται ταυτόχρονα τα συμφέροντα δύο τάξεων, φαντάζεται πως βρίσκεται πάνω από την ταξική αντίθεση. Οι δημοκράτες αναγνωρίζουν ότι απέναντί τους στέκεται μια προνομιούχα τάξη, αυτοί όμως μαζί με όλο το υπόλοιπο έθνος, αποτελούν το λαό. Εκείνο που αντιπροσωπεύουν είναι το δίκιο του λαού, εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι το συμφέρον του λαού. Γι’ αυτό δεν έχουν σε έναν επικείμενο αγώνα να εξετάσουν τα συμφέροντα και τις σχέσεις των διαφόρων τάξεων [2] .
Όταν θεωρείς ότι αντιπροσωπεύεις το «δίκιο του λαού» κι ότι εκείνο που σε ενδιαφέρει είναι «το συμφέρον του λαού», δηλαδή όταν θεωρείς ότι εκφράζεις το κοινωνικό Όλον ή περίπου το Όλον – δηλαδή εξαιρείς μόνο μια μικρή προνομιούχα τάξη (τους πλουτοκράτες ή τους Τραπεζίτες και μεγαλοβιομηχάνους, μεγαλο-εφοπλιστές, μεγαλοκατασκευαστές)– κοντολογίς το Έθνος, και αδυνατείς ή αρνείσαι να εξετάσεις «τα συμφέροντα και τις σχέσεις των διάφορων τάξεων», τότε μοιραία μόλις εμφανιστούν τα διαφορετικά συμφέροντα, εσύ ο δημοκράτης, ο οπαδός του «λαϊκού συμφέροντος», ο φανατικός υπερασπιστής του «εθνικού συμφέροντος», θα προσχωρήσεις στο κόμμα του Νόμου και της Τάξης. Για να υπερασπίσεις τη θέση σου σαν μικροαστός, μικροπαραγωγός ή στέλεχος των νέων «μεσαίων» τάξεων και στρωμάτων που ζούνε από τη δουλειά των άλλων – των κοντινών σου εργατών ντόπιων και ξένων όπως βέβαια και των λαών της περιφέρειας (μια και ανήκεις στο Κέντρο, τον Βορρά). Στο παρελθόν από εκεί προήλθε η μαζική στήριξη των ναζιστικών-φασιστικών κινημάτων. Αυτό βέβαια έχει σχέση με την αδυναμία του εργατικού κινήματος της εποχής να αποκτήσει μια πολιτική ηγεμονία στα στρώματα των μικροαστών–μικροπαραγωγών την εποχή της κρίσης, κάτι που πέτυχε το μεγάλο κεφάλαιο.

Η χώρα μας είναι πλημμυρισμένη από τέτοιους –παλιούς και νέους– μικροαστούς, παλιά και νέα μεσοστρώματα [3] . Που βεβαίως μέσα στον καπιταλισμό και μάλιστα τώρα που η παγκόσμια κρίση του δυσκολεύει τα πράγματα, δεν έχουν ποτέ τους εξασφαλίσει σταθερά τη θέση τους. Κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να κατρακυλήσουν κοινωνικά. Να καταστραφούν – μέχρι και να αυτοκτονήσουν, όπως ήδη γίνεται σε πιο ισχυρές οικονομικά χώρες τώρα με την κρίση.

Απέναντί τους έχουν τους «πλουτοκράτες», τους «γιάπηδες», το «χρυσά αγόρια», τις ΗΠΑ, τη Γαλλία κ.λπ. Αυτοί και μόνο αυτοί φταίνε. Δεν φταίει το σύστημα: ο καπιταλισμός/ιμπεριαλισμός. Το πολύ πολύ η (ουδέτερη) παγκοσμιοποίηση. Χωρίς να αναρωτηθούν τι ήταν αυτό που «παγκοσμιοποιήθηκε» κι αν έχει κάποια σχέση με τον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό.

Πώς, λοιπόν, και οι αστοί και οι μικροαστοί (παλιοί και νέοι), τα μεσοστρώματα (παλιά και νέα) κ.λπ. θα αντιδράσουν; Πώς θα υπερασπισθούν τις θέσεις τους μέσα στο διεθνή (άνισο και ιμπεριαλιστικό) καταμερισμό εργασίας –όπως και στον «εθνικό» τους χώρο– και ταυτόχρονα θα αποκρούσουν κάθε πιθανότητα αμφισβήτησης του καπιταλιστικού συστήματος (τους) από τις απόκληρες εργατικές μάζες; Της «γης οι κολασμένοι» στοιχειώνουν τα όνειρα τους προκαλώντας του τρόμο και καλώντας τους σε γενική επαγρύπνηση.

Από τη μια εκφράζουν για άλλη μια φορά την εμπιστοσύνη τους στους καπιταλιστικούς/ιμπεριαλιστικούς θεσμούς και όργανα που θεωρούν ότι μπορούν να εγγυηθούν τη μακροημέρευση του παγκόσμιου –άρα και τοπικού– συστήματος. Αυτή η έκφραση της εμπιστοσύνης μπορεί να συνοδεύεται από κριτική και γκρίνια γιατί οι θεσμοί και τα όργανα αυτά τα έχουν κάνει θάλασσα. Μπορεί ακόμα να ζητήσουν και τον «εκσυγχρονισμό» τους ώστε να γίνουν πιο σταθερά και αποδοτικά για τη λειτουργία και μακροημέρευση τους «συστήματος». Ποτέ, όμως, δεν θα ζητήσουν την κατάργησή τους. Το γκρέμισμά τους. Δεν θα υιοθετήσουν την προοπτική ανατροπής του καπιταλισμού.

Ανάλογα τη χώρα, το ρόλο και τις ιδιαιτερότητές της, θα αναπτύξουν ή θα ανεχθούν (υπό έλεγχο φυσικά) νεο-εθνικιστικά και νεορατσιστικά κινήματα. Που και «πληγωμένους» ανθρώπους τους θα εκφράζουν αλλά και τις εργαζόμενες μάζες θα αποπροσανατολίζουν. Σε κάθε περίπτωση αυτά τα κινήματα δίνουν την ψευδαίσθηση δημιουργίας κοινών στόχων. Κοινού σκοπού. Κοινότητας. Αυτό που ο σημερινός καπιταλισμός –και η κρίση του– έχουν αποσαθρώσει. Οι μαζικοδημοκρατικές κοινωνίες –με κύριο χαρακτηριστικό τους τη μαζική παραγωγή και μαζική κατανάλωση, τον εκφυλισμό της δημοκρατίας και λαϊκής συμμετοχής, την κυριαρχία της μεταμοντερνικότητας– έχουν δημιουργήσει άτομα –αυτό που επεδίωκε δηλαδή η «Ανοιχτή Κοινωνία» του Κ. Πόππερ– μοναχικά και εσωτερικά «άδεια». Ανίκανα συνεπώς να κινητοποιηθούν, να στρατευθούν και να υπακούσουν ακόμα και στα κελεύσματα και τις ανάγκες του συστήματος σε εποχή κρίσης. Η δημιουργία νέων ή η αναβίωση παλαιών συλλογικοτήτων (κοινοτήτων) υπό τον έλεγχο του ίδιου του συστήματος παρουσιάζεται αναγκαία. Μόνο που αυτές οι συλλογικότητες πρέπει να είναι αποστειρωμένες από κάθε σκέψη και πρακτική ταξικής πάλης – και το σπουδαιότερο ταξικής ηγεμονίας από πλευράς εργατικής τάξης.

Ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα με κύρια κοινωνική βάση τους κάθε λογής μικροαστούς και μεσοστρώματα –ακόμα και τμήματα της αστικής τάξη – στον αγώνα τους να βελτιώσουν τη θέση τους μέσα στον παγκόσμιο άνισο και ιμπεριαλιστικό καταμερισμό εργασίας ή στο μπλοκ εξουσίας, εκφράστηκαν αντι-αμερικανικά και «αντι-ιμπεριαλιστικά». Ο μικροαστικός ή ακόμα και ο αστικός σοσιαλισμός, για τους οποίους έγραψαν οι Μαρξ–Ένγκελς στο Μανιφέστο, έδωσαν τη θέση τους στον μικροαστικό –ή και αστικό ακόμα– αντιαμερικανισμό και αντι-ιμπεριαλισμό. Ιδίως την περίοδο μετά την ήττα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και την κρίση του στασιμοπληθωρισμού, το αίτημα για έναν νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας είχε αναδειχθεί σε κυρίαρχο σε μια σειρά χώρες και κινήματα. Στη συνέχεια το αίτημα ξεχάστηκε, ξεφούσκωσε, μόλις υπήρξαν κάποιες μικρές διευθετήσεις και οι ΗΠΑ ανέκαμψαν οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά και ιδεολογικά.

Βέβαια η ανοιχτή καταστολή, ο περιορισμός ακόμα παραπέρα των δημοκρατικών –πολιτικών και συνδικαλιστικών– ελευθεριών παραμένει πάντοτε στην πρώτη γραμμή, στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και των εξτρεμιστικών ομάδων, όπως το σχεδιάζει και προωθεί στη Γαλλία ο Νικολά Σαρκοζί [4] .

Από τις εξελίξεις αυτές δεν μένει βέβαια ανεπηρέαστη και η Αριστερά. Ένα σοβαρό κομμάτι της, από χρόνια τώρα έχει υιοθετήσει, έχει υποταχθεί, στα ιδεολογήματα του ιμπεριαλισμού. Μάλιστα ουσιαστικά έχει καταστεί το «βαποράκι» διάδοσής τους. Όχι μόνο με τον φιλο-ευρωπαϊσμό της – άκρατο ή και κριτικό. Αλλά κυρίως με τη διανομή «αντι-εθνικιστικών», «αντι-ρατσιστικών», «αντι-φοβικών» κ.λπ. ιδεών. Όπως και το «κάτω τα σύνορα», «κάτω οι στρατοί» ή ακόμα η υποστήριξη του Σχεδίου Ανάν, βιβλίου ιστορίας της γνωστής ομάδας ιστορικών κ.λπ.

Ένα άλλο τμήμα της, από αντίδραση σε όλα αυτά και θεωρώντας ότι όλα προέρχονται από μια διεθνή συνωμοσία κατά της Ελλάδας, του Ελληνικού Έθνους και πολιτισμού, προκειμένου να μας υποτάξουν και διαλύσουν, έχει οδηγηθεί σε έναν «νέο-εθνικισμό» που και δύσκολα διαχωρίζεται από τομ «μαύρο εθνικισμό» και από την άλλη δίνει τροφή στην κοσμοπολίτικη Αριστερά.

Στην πραγματικότητα και ο «μαύρος εθνικισμός» –αυτός που ανοιχτά στηρίζεται και στηρίζει την αναπαραγωγή του συστήματος– και ο «προοδευτικός» εθνικισμός έχουν έναν κοινό παρανομαστή. Την εξαφάνιση της ταξικής πάλης, του αγώνα για ταξική ηγεμονία [5] , από το εθνικό φαινόμενο και τους εθνικούς αγώνες. Έτσι βρίσκονται να συγκλίνουν στην υιοθέτηση των θεωριών συνομωσίας με σκοπό την υπόσκαψη ή και εξαφάνιση του ελληνικού έθνους. Δηλαδή, ουσιαστικά συμφωνούν ότι το εθνικό συμφέρον βρίσκεται υπεράνω των ταξικών αγώνων – μάλιστα η εκδήλωσή τους σήμερα μπορεί να βλάπτει το «εθνικό» συμφέρον. Δηλαδή, δεν υπάρχει «Ενότητα και πάλη των αντιθέτων», αλλά μόνο «Ενότητα». Η «πάλη» εξοστρακίζεται. Ενίοτε καταγγέλλεται. Αναρχο-αυτόνομοι αντιεθνικιστές και «εθνοπατριώτες» αριστεροί χωρίς να το αντιλαμβάνονται καταργούν τη διαλεκτική «Ενότητα και πάλη των αντιθέτων»: οι μεν την πλευρά «έθνος» (κοινότητα) εμμένοντας μόνο στην «πάλη» ή δε τη πλευρά ταξική πάλη/ταξική ηγεμονία (αναγνωρίζουν μόνο την κοινότητα). Δηλαδή και οι δύο αδυνατούν να οδηγήσουν την εργατική τάξη σε θέση ηγεμονίας, να την αναδείξουν δηλαδή σε ηγεμονική τάξη του έθνους, όπως έλεγαν οι Μαρξ–Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

Οι «εθνο-πατριώτες» της Αριστεράς –όσοι τέλος πάντων θέλουν να έχουν σχέση μαζί της– θα πρέπει να σκεφτούν πάρα πολύ πάνω στο παρακάτω απόσπασμα από ένα άρθρο του Χρ. Χαρίτου, μέλος της ΚΕ του ΛΑΟΣ με τίτλο «Η νέα Αριστερά», στο οποίο αφού έχει ασκήσει σφοδρή κριτική σε όσα και οι «εθνοπατριώτες» προσάπτουν στην κοσμοπολίτικη και αντι-εθνικιστή Αριστερά, καταλήγει:
Η εργατική τάξη, τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από την Αριστερά. Η μόνη ελπίδα είναι το πατριωτικό κίνημα και ο ΛΑΟΣ, είναι η σύζευξη του εθνικού με το κοινωνικό. Ο Γ.Καρατζαφέρης άνοιξε ένα δρόμο για όλους τους Έλληνες, χωρίς διακρίσεις και περιορισμούς, χωρίς ιστορικά διαβατήρια. Ας τολμήσουμε να τον διαβούμε μαζί του.
Προσέξτε εκείνο το «Η μόνη ελπίδα είναι το πατριωτικό κίνημα και ο ΛΑΟΣ είναι η σύζευξη του εθνικού με το κοινωνικό». (Η υπογράμμιση ανήκει στον συγγραφέα.) Ως πατριωτικό κίνημα – μόνη μάλιστα ελπίδα της εργατικής τάξης...– είναι η σύζευξη εθνικού και κοινωνικού. Σύζευξη είναι η συνένωση δύο διαφορετικών πραγμάτων σε ένα. Ο κ. Χαρίτος –και ο ΛΑΟΣ– δεν εννοούν απλά συνένωση εθνικού και κοινωνικού, αλλά υποταγή του δεύτερου στο πρώτο. Καταργούν δηλαδή την «πάλη των αντιθέτων». Κηρύσσουν, επιδιώκουν μόνο την ενότητα –την απορρόφηση του κινήματος της εργατικής τάξης– την «εθνική ενότητα», όπου δεν μας λένε ποιος θα ασκεί την ηγεμονία. Η ιστορία όμως, μιλάει γι αυτό: οι ναζί και οι φασίστες έδωσαν την απάντηση. Όπως και σε εμάς εδώ ο Μεταξάς και στη συνέχεια οι συνεργάτες των Γερμανών, Ιταλών και Βούλγαρων κατακτητών. Που στο όνομα του αντικομμουνισμού θυσίασαν το εθνικό συμφέρον και στη συνέχεια στο όνομα της εθνικοφροσύνης καταδίωξαν το εργατικό κίνημα και όσους υπερασπίστηκαν το έθνος και το λαό μέσα από τις γραμμές της Αντίστασης. Άλλωστε οι τοποθετήσεις των βουλευτών του ΛΑΟΣ στη Βουλή και οι σχετικοί δικτυακοί τους τόποι είναι γεμάτοι μίσος για την αντιστασιακή Αριστερά. Ο ίδιος ο συγγραφέας άλλωστε σε άλλο άρθρο του δεν διστάζει να επιτεθεί στα ίδια τα θεμέλια της εργατικής ιδεολογίας. Γράφει:
Η πορεία της Αριστεράς σε παγκόσμιο επίπεδο, από την ίδρυση της Α’ Διεθνούς το 1864 έως σήμερα, είναι το αποτέλεσμα μίας ουτοπίας που εδράζεται στον αφύσικο εξισωτισμό, στην προσπάθειά της να καταργήσει τις ανθρώπινες διαφοροποιήσεις, τόσο σε επίπεδο φυσικών προσώπων–ανθρώπων όσο και σε επίπεδο συλλογικοτήτων, όπως είναι τα έθνη.

Ο ολοκληρωτισμός, η απάνθρωπη βία, η θρησκευτική εμμονή σε ατελέσφορα κοινωνικά πειράματα που γέννησε η Οκτωβριανή επανάσταση, η κατάλυση κάθε ελευθερίας και σεβασμού στον άνθρωπο, είναι γεννήματα αυτής της ουτοπίας. Το μίσος της Αριστεράς προς την εθνική και κοινωνική ποικιλομορφία, προς την πολιτιστική διαφοροποίηση, την ιεραρχία και τις ηθικές ιδέες, προς αυτό που συμβολίζει εν γένει ο κλασσικός πολιτισμός, προωθήθηκε για 150 χρόνια μέσα από τον μαρξισμό-λενινισμό, δηλαδή τον κομμουνισμό 
[6] .

Η μόνη λοιπόν ελπίδα για την εργατική τάξη είναι η διαιώνιση των ανθρώπινων διαφοροποιήσεων –δηλαδή των τάξεων– η ιεραρχία και κοινωνική ποικιλομορφία. Όσο για τους Ταλιμπάν της πολύ-πολιτισμικής ουτοπίας είναι αυτοί που αναφέραμε παραπάνω: η κοσμοπολίτικη Αριστερά. Όμως και πάρα πολλοί «αριστεροί εθνο-πατριώτες», ασκούν την ίδια πολεμική στην «πολυπολιτισμικότητα». Αλλά όχι από μια σκοπιά αριστερή – δηλαδή αν αυτό βοηθάει ή καθυστερεί την ανάπτυξη του εργατικού/σοσιαλιστικού/κομμουνιστικού κινήματος, αλλά αν έτσι νοθεύεται ο ελληνικός πολιτισμός, η ελληνική ταυτότητα κ.λπ. Με αυτό τον τρόπο συγγενεύει η κριτική τους με αυτή των διάφορων κ.κ. Χαρίτων και ομοίων και από την άλλη απαξιώνουν την κριτική τους σε ένα κοινό που επηρεάζεται από την αντίπερα πλευρά και γίνεται έτσι εύκολη λεία στους κ.κ. Λιάκους, τη Ρεπούση, τον Αλαβάνο κ.λπ. κ.λπ.

Κλείνοντας –με καθήκον να επανέλθω διεξοδικότερα– πρέπει να τονίσω ότι η διαλεκτική σχέση εθνικού/κοινωνικού (ταξικού) σε όλες τις εκφάνσεις του πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεων στην Αριστερά, όπως και όλα τα θέματα που αναφέρονται στο έθνος, την παγκοσμιοποίηση, τον ιμπεριαλισμό και τον διεθνισμό.


Υποσημειώσεις:

[1] Henri Lefebvre, Κοινωνιολογία του Μαρξ, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1985, σελ. 120.

[2] Βλ. Διαλεχτά Έργα Μαρξ–Ένγκελς, τόμ. 1, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, 1951, σελ. 320.

[3] Η ύπαρξη αυτή οφείλεται σε μια σειρά λόγους. Δεν αρκεί να πούμε στην ιδιαιτερότητα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, του ελληνικού καπιταλισμού. Η αναζωογόνηση, η δημιουργία αυτών των μικρομεσαίων στρωμάτων υπήρξε και συνειδητή πολιτική επιλογή μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, του «συστήματος». Ήταν, τότε επιτακτική ανάγκη για την επιβίωσή του η δημιουργία ενός μεγάλου κοινωνικού στρώματος–μαξιλάρι/ασπίδα, ανάμεσα στην εργατική τάξη και τη φτωχή αγροτιά και την ολιγάριθμη άρχουσα τάξη: βλ. σχετικά, Σταύρος Ελευθερίου «Ο ελληνικός καπιταλισμός, προβλήματα και διλήμματα», Τα Τετράδια, τεύχ. 2/3, Φθινόπωρο 1981

[4] «Σιδηρούν τρομο-δόγμα στη Γαλλία. Οι αρχές πραγματοποίησαν χθες τη μεγαλύτερη εικονική αντιτρομοκρατική άσκηση όλων των εποχών. Στο στόχαστρο οι ισλαμιστές εξτρεμιστές, αλλά και οι αντιεξουσιαστικές ομάδες της Άκρας Αριστεράς», εφημ. Το Έθνος, Τρίτη 23/12/2008.

[5] Την ταξική ηγεμονία στο εθνικό φαινόμενο –όπως αναφέραμε στην αρχή– διεκδικούν και η άρχουσα τάξη και (πρέπει) και η εργατική τάξη. Για να εξαφανίσουν την ανάγκη ηγεμονίας της εργατικής τάξης στο εθνικό φαινόμενο –δηλαδή την ανάγκη να ανυψωθεί στη ηγετική τάξη του έθνους– δεν μιλάνε ότι η αστική τάξη, ο ιμπεριαλισμός, ασκεί τη δική του ηγεμονία και σε αυτό. Ότι το επιχειρεί και το πετυχαίνει χρησιμοποιώντας ιδεολογικά όπλα της Αριστεράς –κοσμοπολιτισμός, ανθρώπινα δικαιώματα, κατάργηση στρατών και συνόρων κ.λπ. κ.λπ.– αποτελεί το πιο ενδιαφέρον φαινόμενο της εποχής μας. Αποτελεί μια μεγάλη νίκη του αστισμού και μια μεγάλη ιδεολογική και πολιτική ήττα της Αριστεράς. Από αυτό το μπέρδεμα, την ιδεολογική σύγχυση, κερδισμένη προς το παρόν βγαίνει η Δεξιά και η Ακροδεξιά.

[6] Χρήστος Χαρίτος, «Οι αριστεροί Ταλιμπάν της “πολυ-πολιτισμικής” ουτοπίας», E-Gramme.gr, 16 Ιουλίου 2005.

αρχή αρχή σελίδας
 
Αποστολή σε φίλο  Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση  Εκτύπωση
Σελίδες (1): Πρώτη << [1] >> Τελευταία
MONTHLY
REVIEW
Πραξιτέλους 29,
105 60 Αθήνα
T 210 32 14 488
F 210 32 13 578
E info[at]monthlyreview[dot]gr